x
kasimatis
Για επικοινωνία με τη διεύθυνση της Ιστοσελίδας εδώ:
info@kassimatisdimokratia.gr
1
2
3
4
5
ΣΦΗΝΑ 11
Ήρωες της Αντίστασης για την Πατρίδα και τη Δημοκρατία με την Τόλμη, την Αρετή και το Ήθος του Σάκη Καράγιωργα δε σβήνονται από τις πλατείες και τους δρόμους των πόλεων όπως δε σβήνονται από την Ιστορία. Ο Δήμος του Πύργου θέλει να χάσει τη μεγάλη τιμή που του χαρίζει το όνομα Σάκης Καράγιωργας;
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 10
Τα δάκρυα των Προκαθημένων της Χριστιανοσύνης στη Λέσβο για τους πρόσφυγες
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 9
ΣΦΗΝΑ 9 Σφετερισμός συνταγματικής αρμοδιότητας. Ο νόμος για τις άδειες καναλιών κατάφωρα αντισυνταγματικός. Η προκήρυξη θα είναι απολύτως άκυρη και οι άδειες θα είναι ανυπόστατες. Βλ. περισσότερα εδώ
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 8
Έχει ακούσει κανείς να έχει καταργήσει κάποια αστική δημοκρατία ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών για διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας; Αυτό έκανε στη «δημοκρατική» Ελλάδα «λαοπρόβλητη» κυβέρνηση «Αριστεράς» με την παύση της λειτουργίας της διεθνούς «Επιτροπής για την Αλήθεια του Δημόσιου Χρέους»!
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 7
«Το Βήμα» της 18.10.15 περιχαρές: «Ο Τσίπρας διέβη τον Ρουβίκωνα». Σωστά! αλλά και: Η «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ τον Αχέροντα. Ο λαός με το ΟΧΙ μένει όρθιος και αρνείται τον οβολόν του (την Ελλάδα) στο Χάροντα.
Βλέπε περισσότερα εδώ
Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

             Ο ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ

                               ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ*

                                                              Γιώργου Κασιμάτη

                                           Ομ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

1. Οι θεμελιώδεις αρχές νομιμότητας της αστικής δημοκρατίας

Κάθε πολιτικό σύστημα – ή κάθε μορφή κράτους, όπως αυτό αποκαλείται στην παραδοσιακή πολιτειολογία- διέπεται από ορισμένες θεμελιώδεις αρχές. Οι αρχές αυτές γεννιούνται και αποκτούν την πρώτη τους μορφή κατά την ιστορική διαδικασία γένεσης του πολιτικού συστήματος και, ακολούθως, διαπλάσσονται κατά την ιστορική του πορεία, προσαρμοζόμενες στις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Οι εν λόγω αρχές δε διέπουν μόνο το πολίτευμα και τις λειτουργίες του κράτους, αλλά όλο το  κοινωνικοπολιτικό σύστημα[1]. Με άλλες λέξεις, αποτελούν ρυθμιστικές αρχές και του κοινωνικού συστήματος, του συστήματος, δηλαδή, των κοινωνικών σχέσεων μέσα στο πολιτικό σύστημα. Για να χρησιμοποιήσομε τον περιεκτικό όρο της αριστοτελικής πολιτικής φιλοσοφίας, πρόκειται για θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής κοινωνίας[2]. Αποτελούν, επομένως, ουσιαστικό και δομικό στοιχείο του πολιτισμού. Θα πρέπει να επισημάνομε ότι αρχές με αυτή την έννοια είναι αρχές ουσία πολιτικές, κατευθύνοντας την πορεία  της όλης κοινωνίας, και ως τέτοιες διαπλάσσουν ουσιαστικά και ρυθμίζουν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Στο κοινωνικό επίπεδο, εξάλλου, αποτελούν απλά ρυθμιστικές αρχές πολιτικής φύσης των κοινωνικών σχέσεων και του πολιτισμού, επηρεάζοντας την ουσιαστική τους διάπλαση μόνο μέσω της ρυθμιστικής τους δύναμης. Η πολιτική φύση των άρχων αυτών και της ρυθμιστικής τους δύναμης καθιστά το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων, το κοινωνικό σύστημα, ουσιαστικό και αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού συστήματος.

Με βάση αυτή την πρώτη σκιαγράφηση ουσίας, είναι, νομίζω, χρήσιμο για τις ανάγκες αυτής της εισήγησης να προσεγγίσομε λίγο περισσότερο την έννοια του όρου θεμελιώδεις αρχές. Και τούτο, γιατί η έννοια αυτή ανήκει στον πυρήνα του θέματός μας. Δε θα εισέλθομε εδώ, βεβαίως, στο απέραντο πεδίο των φιλοσοφικών θεωριών και των θεωριών των κοινωνικών επιστημών για την εν λόγω έννοια -ούτε καν στις θέσεις των διαφόρων θεωριών της νομικής επιστήμης. Θα περιοριστούμε σε μια απλή και σύντομη σκιαγράφηση της ουσίας τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι από την αρχική σημασία που είχαν οι λέξεις αρχή  και principium της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας: αφετηρία ή πρώτο τοπικό ή χρονικό σημείο ξεκινήματος παρήχθησαν οι σημασίες: του αιτίου, του θεμελιώδους κανόνα που διέπει σύνολο σχέσεων, της εξουσίας ως δύναμης επιβολής και οργανικού φορέα της. Το πρώτο και το ξεκίνημα ενέχουν πάντοτε στην αντίληψη του ανθρώπου το στοιχείο της υπεροχής κι της ενεργού δύναμης που θέτει σε κίνηση και κατευθύνει το γίγνεσθαι ή στηρίζει το έργο ως θεμέλιο. Αυτή η θεμελιακή και κατευθύνουσα δύναμη είναι, στην ουσία της, ρυθμιστική× είναι κανόνας. Στην έννοια του συστήματος γενικά, κατά μείζονα δε λόγο στα κανονιστικά συστήματα, οι αρχές αποτελούν εγγενές στοιχείο. Αυτό δεν είναι μόνο προϊόν λογικής, αλλά και ιστορικά βεβαιωμένο. Σε ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα, οποιασδήποτε μορφής και αν είναι (θεο- ή ιεροκρατρικό, θρησκευτικό, μοναρχικό, φεουδαλικό, αστικό, δημοκρατικό), το δικαιικό σύστημα αποτελεί, αναμφίβολα, βασικό δομικό και λειτουργικό στοιχείο. Το δικαιικό σύστημα, ως σύστημα κανόνων δικαίου, που ρυθμίζουν τις σχέσεις της πολιτικής κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται  σε και να διέπεται από αρχές δικαίου. Οι αρχές είναι πάντοτε το συνδετικό δομικό στοιχείο ενός συστήματος ως συστήματος.

 Τα κοινωνικοπολιτικά συστήματα, ως συστήματα δομής, οργάνωσης και λειτουργίας κοινωνιών, αποτελούν ιστορικό προϊόν των ιδεολογικοπολιτικών δυνάμεων μιας εποχής. Οι θεμελιώδεις αρχές του δικαίου που διέπουν κάθε κοινωνικοπολιτικό σύστημα και ολόκληρο τα δικαιικό του σύστημα δεν είναι, όπως πίστευαν οι κοινωνίες για πολλούς αιώνες, δημιούργημα θείας βούλησης ή «ελέω Θεού» εξουσίας ή κάποιας άλλης υπερβατής δύναμης ή λογικής, όπως το «φυσικό δίκαιο», αλλά το ιστορικό ιδεολογικοπολιτικό καταστάλαγμα των πολιτικών κοινωνιών, το οποίο τις συγκροτεί σε κοινωνικοπολιτικό σύστημα[3]. Οι εν λόγω αρχές του δικαίου αποτελούν το ουσιαστικά υπερκείμενης ισχύος δίκαιο, το οποίο αποτελεί τη βάση ερμηνείας των κανόνων δικαίου που υπόκεινται σ’ αυτές, καθώς  και τη ρυθμιστική βάση άσκησης όλων των πολιτειακών λειτουργιών. Επιπλέον δε –αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, όπως θα δούμε, για την εισήγησή μας- αποτελούν τις αρχές και βάσεις νομιμοποίησης και νομιμότητας του όλου κοινωνικοπολιτικού συστήματος.

Τη μορφή του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος αποτελεί η αστική δημοκρατία, που προήλθε από την αστική επανάσταση του 17ου-18ου αιώνα. Αναφέρω τις ιδεολογικοπολιτικές αρχές της, όπως διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο επιστήμης του δικαίου και επικράτησαν γενικότερα ως όροι αντίστοιχων εννοιών της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης και των άλλων κοινωνικών επιστημών.  Οι εν λόγω αρχές είναι:  η δημοκρατική αρχή[4], η αρχή του κράτους δικαίου, η αρχή σεβασμού και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, οι αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, η αρχή προστασίας της ιδιοκτησίας, η αρχή της ασφάλειας και η αρχή της αντίστασης στην καταπίεση[5]. Στις πρώτες αυτές αρχές – που θα μπορούσαμε να ονομάσομε: καταστατικές ή ιδρυτικές αρχές- της αστικής δημοκρατίας, πρέπει να προσθέσομε και την αρχή σεβασμού και προστασίας της εθνικής κυριαρχίας (ή της κυριαρχίας του κράτους), η οποία αποτελεί τη δικαιική έκφραση της ιδεολογίας του εθνικού κράτους που επικράτησε κατά την αστική επανάσταση. Στις αρχές αυτές   προσθέτομε και τις θεμελιώδεις αρχές που διαμορφώθηκαν και συγκεκριμενοποιήθηκαν τον 20ό αιώνα, κυρίως μετά τις εμπειρίες του Α΄ και του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και ισχύουν τόσο σε υπερεθνικό όσο και στο επίπεδο του εθνικού κράτους, όπως και οι πρώτες. Οι αρχές αυτές είναι: η αρχή σεβασμού και προστασίας της αξιοπρέπειας και της αξίας του ανθρώπου και η αρχή του κοινωνικού κράτους, η οποία απαντά και σε σύνθεση με την αρχή του κράτους δικαίου με τη διατύπωση: αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Στις νεότερες αυτές αρχές πρέπει να εντάξομε και την αρχή της αλληλεγγύης και την αρχή της επικουρικότητας, οι οποίες,  με τη θετικοποίησή τους στις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατέστησαν θεμελιώδεις αρχές της ίδιας και των κρατών μελών της[6].

Οι καταστατικές αρχές της αστικής δημοκρατίας αποτελούν τη δικαιική έκφραση των ιδεολογικοπολιτικών βάσεών της, διακηρύχθηκαν με διάφορες πολιτικές Πράξεις και Διακηρύξεις της μετάβασης  από το φεουδαλικό στο αστικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα[7] και διατυπώθηκαν ως συνταγματικές διατάξεις στα διάφορα Συντάγματα των εθνικών κρατών. Όσον αφορά την αρχή του κοινωνικού κράτους, σημειώνομε τα εξής ως προς τη γένεσή της: Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω των αναγκών κοινωνικής πρόνοιας που προκάλεσε, άρχισε να δικαιοποιείται η αρχή του κοινωνικού κράτους σε διεθνές επίπεδο με την Ίδρυση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας στη Γενεύη, και σε επίπεδο εθνικού κράτους με τη θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων προγραμματικού χαρακτήρα, καθώς και τη θέσπιση κοινωνικών περιορισμών της ιδιοκτησίας σε ορισμένα δημοκρατικά συντάγματα του Μεσοπολέμου, με πρότυπο το Σύνταγμα της Βαϊμάρης[8]. Η εμφάνιση της αρχής του κοινωνικού κράτους στο αστικό δικαιικό σύστημα δεν ήταν, βεβαίως, ούτε κεραυνός εν αιθρία, ούτε κάποιο ανιστόρητο γεγονός εξ επιφοιτήσεως. Την ιδέα αυτή ως αδήριτη κοινωνική ανάγκη είχε σπείρει στο αστικό πολιτικό σύστημα το Παγκόσμιο Εργατικό Κίνημα και η σοσιαλιστική θεωρία και πολιτική πράξη του 19ου αι., που  είχε προκαλέσει η κρίση της βιομηχανικής επανάστασης. Οι κινητοποιήσεις που γέννησε η εν λόγω κρίση λειτούργησαν ως απειλή κατά του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, η οποία ενισχύθηκε με την Οκτωβριανή Επανάσταση και το πολιτικό της αποτέλεσμα. Έτσι, η δικαιοποίηση της κοινωνικής αρχής στην πολιτική είχε ωριμάσει ήδη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της ανάπτυξης της δύναμης και της εξάπλωσης των ιδεών του επαναστατικού και του μεταρρυθμιστικού σοσιαλισμού. Οι κοινωνικές ανάγκες που δημιούργησε ο Πόλεμος κίνησαν τις πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης προς την υιοθέτηση κοινωνικής πολιτικής και τη θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων και διεθνούς προστασίας των εργαζομένων[9].

Βαθύτερη και ευρύτερη μεταβολή των αρχών νομιμότητας πραγματοποιήθηκε μετά τις εμπειρίες του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και των εγκλημάτων κατά του ανθρώπου του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. Το δίκαιο πήρε μια σαφή ανθρωποκεντρική και κοινωνική κατεύθυνση στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου και στα κράτη κυρίως της δυτικής ηπειρωτικής Ευρώπης. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας κατέστησαν κανόνες του διεθνούς δημοσίου δικαίου η δημοκρατική αρχή και η αρχή σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, τα δε θεμελιώδη δικαιώματα –ελευθερίες και κοινωνικά- του ανθρώπου αποτέλεσαν παγκόσμια διακήρυξη και αναγνωρίστηκαν ως αρχές δικαίου όλων των κρατών και των δύο μεγάλων ιδεολογικών στρατοπέδων του πλανήτη[10].

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η πρόοδος που σημειώθηκε στη θεσμική και δικαιική ανάπτυξη της αρχής του κοινωνικού κράτους τόσο στο εθνικό, όσο και στο υπερεθνικό επίπεδο. Η δικαιική αυτή πρόοδος προς την κατεύθυνση της αρχής του κοινωνικού κράτους μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έκαμε σημαντικά βήματα,  μέχρι και τη δεκαετία του 1970, στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, σε αντίθεση προς τις ΗΠΑ, όπου  η πολιτική και το δίκαιο της κατεύθυνσης αυτής δεν παρουσίασε καμιά ανάπτυξη. Η ανάπτυξη του θεσμικού και δικαιικού κοινωνικού οικοδομήματος στη δυτική Ευρώπη ακολούθησε το κοινωνικό πνεύμα διάπλασης του διεθνούς δικαίου του ΟΗΕ. Το πνεύμα αυτό κατέστη διεθνές δίκαιο και αποτέλεσε τη βάση του μεταπολεμικού διεθνούς δικαίου με διεθνείς διακηρύξεις σε πολυμερείς συνθήκες, όπως είναι ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών[11], καθώς και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948[12], το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα του 1966 και άλλες συνθήκες για τα δικαιώματα της γυναίκας και του παιδιού. Σ’ αυτή την κοινωνική εξέλιξη του διεθνούς δικαίου εντάσσεται και η ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού δικαίου και της διεθνούς προστασίας των εργαζομένων. Στις εν λόγω ευρωπαϊκές χώρες, βλέπει κανείς, κυρίως στα νέα συνταγματικά κείμενα, την ευρύτητα των συνταγματικών εγγυήσεων της αρχής και των κοινωνικών δικαιωμάτων, τη ραγδαία θεσμική και νομοθετική ανάπτυξη της οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνικής ασφάλισης, τη νομοθετική και νομολογιακή ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων, κυρίως της ιδιοκτησίας, και γενικά τη μεταβολή της πολιτικής, της νομικής επιστήμης, καθώς και της πράξης των δύο αυτών πολιτειακών τομέων προς την κατεύθυνση της κοινωνικής αντίληψης κράτους και δικαίου. Στο ευρωπαϊκό υπερεθνικό επίπεδο, εξάλλου, το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησαν σε σημαντικό βαθμό στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού δικαίου, εξοπλισμένου και με –έστω και ισχνή-  δικαστική προστασία.

Με αυτές τις βάσεις και κάτω από τη θεσμική ομπρέλα του ΟΗΕ, στη δε Ευρώπη και με την ομπρέλα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, οικοδομήθηκε ένα αρκετά ευρύ υπερεθνικό δίκαιο, που αποτέλεσε την πρώτη μορφή υπερεθνικής έννομης τάξης, ενός υπερεθνικού συστήματος νομιμότητας. Αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σύστημα παγκοσμιοποίησης[13]. Το παγκοσμιοποιημένο αυτό δίκαιο, στηριζόμενο στις δύο ύπατες αρχές: στη δημοκρατική αρχή και στην αρχή σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου, ήταν προϊόν του πολιτικού πολιτισμού της Ευρώπης, η οποία ήταν και έμεινε διαρκής πηγή διάπλασής του. Αυτό το δίκαιο κατέστη στην κοιτίδα του, μέσω των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της υποχρεωτικής εφαρμογής τους από τα κράτη-μέλη των δύο ευρωπαϊκών οργανισμών και  της δικαστικής προστασίας που παρείχαν στους πολίτες των κρατών αυτών με βάση τους κανόνες του ίδιου αυτού δικαίου, μια υπερεθνική έννομη τάξη με τη μεγαλύτερη διεθνώς κανονιστική και θεσμική πυκνότητα δομής και με την αποτελεσματικότερη κοινωνική ισχύ[14]. Το ανθρωποκεντρικής και κοινωνικής κατεύθυνσης πνεύμα αυτού του δικαίου εισήλθε πολύ γρήγορα στις έννομες τάξεις των εθνικών κρατών της Ευρώπης και, με την επιρροή των μεγάλων επιστημονικών κέντρων της, στη νομική επιστήμη του πλανήτη. Παράλληλα, άρχισε να συμβάλλει σημαντικά και δυναμικά στη διαμόρφωση κοινωνικής πολιτικής και στην αντίστοιχη νομοθετική, θεσμική και νομολογιακή εφαρμογή της. Με άλλες λέξεις, τουλάχιστον στο χώρο της δυτικής Ευρώπης -στο πλαίσιο πάντοτε της αστικής δημοκρατίας και με τα περιορισμένης δύναμης και εμβέλειας μέτρα αυτού του συστήματος-  έγινε πράγματι μια κοσμογονία μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Αυτή η ανθρωποκεντρική και κοινωνική μεταβολή του δικαίου έμεινε εντελώς άγνωστη στην ελληνική νομική επιστήμη. Ιδιαίτερη ευθύνη γι’ αυτό έχει η γενιά των συνταγματολόγων και γενικότερα των δημοσιολόγων από το τέλος του Πολέμου μέχρι το τέλος της απριλιανής δικτατορίας, με μόνο δύο φωτεινές εξαιρέσεις: τον Αλέξανδρο Σβώλο και τον Γεώργιο Βλάχο, που αποδύθηκαν  στο έργο μιας βαθύτερης ερμηνείας του Συντάγματος του 1952 με τις νέες ανθρωποκεντρικές και κοινωνικές αρχές του δικαίου[15].

Στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, το ζήτημα των αρχών αποτέλεσε αντικείμενο της φιλοσοφίας και της θεωρίας των επιστημών, καθώς και της φιλοσοφίας και θεωρίας του δικαίου, από δε το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά εισήλθε και στη νομική πράξη, αρχικά κυρίως στη νομολογία της συνταγματικής δικαιοσύνης, από την οποία πέρασε και στη λοιπή νομολογία. Τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν την εν λόγω συζήτηση ήταν εκείνα που αφορούσαν: το τι είναι οι αρχές του δικαίου, κυρίως δε το ζήτημα αν αποτελούν δίκαιο,  από πού αντλούν την ισχύ τους και με ποιους όρους και σε ποια έκταση ισχύουν ως κανόνες δικαίου, με ποια κριτήρια διακρίνονται από τους άλλους κανόνες δικαίου κ.ο.κ.[16]  Ο νομικός θετικισμός, κυρίως με τις αυστηρές εκδοχές του, αρνήθηκε ουσιαστικά ισχύ αρχών δικαίου, με εξαίρεση τους κανόνες του θετικού δικαίου και εκείνους που συνιστούσαν θετικοποίηση αρχών, όπως, για παράδειγμα, οι διατάξεις του Συντάγματος για την «ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας» ή της «προσωπικής ελευθερίας» (άρθρο 5 §§ 1και 3 Σ.) και της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 2), μέσα πάντοτε στα στενά όρια της αυστηρής νομικής μεθόδου ερμηνείας. Ο θετικισμός έκανε και κάνει, επίσης, δεκτές ως ισχύον θετικό δίκαιο και τις «αρχές» που συνάγονται ερμηνευτικά από όμοιας ουσιαστικής βάσης θετικούς κανόνες δικαίου. Ο νομικός θετικισμός, ως προς το ζήτημα των θεμελιωδών άρχων, μένει, συνεπώς, αποκλειστικά στο τυπικό πλαίσιο του γράμματος των Συνταγμάτων, χωρίς να αναγνωρίζει ιστορικής βάσης αρχές του υπερκείμενου διεθνούς και υπερεθνικού δικαίου και του ευρύτερου υπερεθνικού δικαιικού πολιτισμού, που ενυπάρχουν και ανευρίσκονται ερμηνευτικά από το πνεύμα και το σκοπό των θετικών συνταγματικών διατάξεων. Αυτές τις αρχές, που αποτελούν την ουσιαστική βάση του δικαίου, συγχέει, συνήθως, με τις αρχές του φυσικού δικαίου ή με ηθικές αρχές, στενεύοντας αντίστοιχα το  οπτικό πεδίο της ερμηνείας των κανόνων του δικαίου[17].

Χωρίς να υπεισέλθω στην ευρύτατη σχετική με τις αρχές του δικαίου συζήτηση, θα περιοριστώ στην επικρατέστερη, κατά τη γνώμη μου, θέση της θεωρίας, καθώς και της συνταγματικής νομολογίας των ευρωπαϊκών χωρών και του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και εκείνης των διεθνών και των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Η θέση αυτή δέχεται ότι: κάτω από τη γενική έννοια του όρου κανόνας δικαίου (Rechtsnorm), ισχύουν δύο κατηγορίες κανόνων δικαίου, οι αρχές δικαίου (principles, Rechtsprinzipien) και οι κανόνες δικαίου ( rules, Rechtsregel). Κριτήριο διάκρισης μεταξύ αρχής και κανόνα δικαίου δεν είναι η γενικότητα της πρώτης σε σχέση με τη δεύτερη, αλλά η ποιοτική καταλληλότητα του περιεχομένου της να αποτελεί βάση δικαιολόγησης μιας ή περισσότερων συγκεκριμένων ρυθμίσεων. Με άλλες λέξεις και ακολουθώντας τον Larenz[18], δεν αναζητά κανείς μέσα σε ειδικότερους κανόνες ούτε συνάγει από ειδικότερες ρυθμίσεις μια γενική αρχή, αλλά από μια ή περισσότερες ρυθμίσεις, πηγαίνοντας προς τα πίσω, αναζητά τη δικαιολόγηση της βασικής της (ή βασικής τους) σκέψης× η δικαιολόγηση αυτή, ενέχοντας ένα ποιοτικό στοιχείο κατευθυντήριας σκέψης, αποτελεί ισχύουσα αρχή δικαίου. Οι αρχές του δικαίου αποτελούν, κατά την ορθότερη άποψη, άμεσα ισχύον δίκαιο[19], αποτελούν δε την ανώτατη βαθμίδα ουσιαστικής ισχύος κανόνες δικαίου. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ομογενοποιητική του δικαίου λειτουργία τους, που παράγει η ουσιαστική δέσμευση όλων των βαθμίδων οργάνων θέσπισης δικαίου (αναθεωρητικών, νομοθετικών και κανονιστικών), καθώς και η «ερμηνεία προσαρμογής στις αρχές» («prinzipienkonforme Auslegung») των υποκείμενων σ’ αυτές κανόνων δικαίου. Οι αρχές του δικαίου διακρίνονται σε θεμελιώδεις, εφόσον ισχύουν σε όλες τις νοηματικά υπαγόμενες σ’ αυτές κατηγορίες σχέσεων του κοινωνικοπολιτικού συστήματος (όπως π.χ. η δημοκρατική αρχή ή αρχή σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου), ή ειδικές, εφόσον νοηματικά αφορούν και ισχύουν σε μερικότερη, σε σχέση με την ευρύτερη, κατηγορία σχέσεων (π.χ. η κοινοβουλευτική αρχή, που ισχύει μόνο για τη μορφή του πολιτεύματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ή αρχή νομιμότητας της διοίκησης σε σχέση με τη θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου)[20].

2. Η θεμελίωση της νέας τάξης του καπιταλισμού.

Όπως είδαμε, η εξέλιξη των θεμελιωδών αρχών της αστικής δημοκρατίας, μετά τις εμπειρίες κυρίως του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν σαφώς ανθρωποκεντρική και κοινωνική, γι’ αυτό και δημιούργησε σε πολλούς  φρούδες ελπίδες για μια συνεχή πορεία προς μια κοινωνική δημοκρατία με πλήρη προστασία του ανθρώπου[21]. Οι ελπίδες αυτές στηρίζονταν κυρίως στο ότι η ιστορική υπέρβαση του εθνικού κράτους, ως μορφής οργάνωσης της πολιτικής κοινωνίας, ξεκίνησε από τη σωστή πολιτική αφετηρία: ξεκίνησε με τις εγγυήσεις: των θεμελιωδών αρχών της δημοκρατίας, της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, της ελευθερίας, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου και άλλων θεμελιωδών αρχών που ενίσχυαν τη δημοκρατική αρχή και την αξία του ανθρώπου. Η εγγύηση από τη διεθνή κοινότητα των αρχών αυτών αποτελούσε την πράγματι ορθή αφετηρία της παγκοσμιοποίησης[22].

Ωστόσο, η επιστήμη, κυρίως η πολιτική και η νομική, δεν έλαβε υπ’ όψιν της -περισσότερο για όσους δημιούργησαν φρούδες ελπίδες και πίστεψαν σε μια μεταρρυθμιστική εξέλιξη προς το σοσιαλισμό- τα μεγάλα κενά που έχει το δικαιικό και το όλο θεσμικό σύστημα της αστικής δημοκρατίας, τα οποία αποτελούν την κερκόπορτα άλωσης του πεδίου ανάπτυξης μιας κοινωνικής δημοκρατίας και του σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Την κερκόπορτα αυτή αποτελούν: η αρχή του αφηρημένου ατόμου ως υποκειμένου δικαιωμάτων που γέννησε την αρχή του ατομικισμού, οι αφηρημένες  έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας, που οδηγούν στις αρχές του οικονομικού και του πολιτικού λιμπεραλισμού, καθώς και οι αρχές χωρισμού κράτους και κοινωνίας και της συρρίκνωσης του κράτους, αντί της διεύρυνσης της δημοκρατικής κοινωνίας. Έκτος, όμως, από αυτό το μεγάλο έλλειμμα πολιτικής και πολιτείας για την προστασία του συστήματος δημοκρατικής νομιμότητας, η επιστήμη και η πολιτική πράξη δεν αντελήφθησαν ούτε τον ίδιο τον εχθρό του δικαίου. Δεν αντελήφθησαν ότι, μαζί με την κοσμογονία του ανθρωποκεντρικού κοινωνικού δικαίου, ξεκίνησε και μια άλλη παγκόσμιας εμβέλειας κοσμογονία στο πραγματικό κοινωνικοοικονομικό πεδίο, με αντίστοιχη πολιτική, δικαιική και οργανωτική δομή. Πρόκειται για τη θεσμική θεμελίωση και την οικοδόμηση του δεύτερου σταδίου του καπιταλισμού ως κοινωνικοοικονομικού συστήματος της αστικής δημοκρατίας[23]. Τη θεσμική θεμελίωση αυτού του συστήματος θα σκιαγραφήσομε με λίγες γραμμές, γιατί ακριβώς εδώ βρίσκονται οι ρίζες και οι βάσεις του μετασχηματισμού των αρχών νομιμότητας που ζούμε σήμερα.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δύο μεγάλες δυνάμεις της πλευράς των νικητών Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ένωση, με αντίθετα και ιδεολογικοπολιτικά αντίπαλα κοινωνικοπολιτικά συστήματα, περιέπεσαν σε έναν οξύ ψυχρό πόλεμο ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα. Οι επεκτατικές τάσεις των δύο αντιπάλων ήταν και ιδεολογικοπολιτικές και γεωπολιτικές. Είναι, επίσης, γνωστή η τεράστια μεταπολεμική ανάπτυξη του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως με την εξάπλωση των πολυεθνικών επιχειρήσεων, που του έδωσε τη δεσπόζουσα θέση στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, ο καπιταλισμός, με την ιμπεριαλιστική του δύναμη, αλλοίωσε σε πολλά σημεία, δεν κατάφερε, όμως, να υποτάξει το υπέρτατο σύστημα αρχών νομιμότητας στον πλανήτη που περιγράψαμε και να το μεταβάλει σε στήριγμά του. Γι’ αυτό και έγινε ιδιαίτερα ενοχλητικό εμπόδιο για τη δεύτερη φάση εξέλιξής του.

Το ότι οι εγγυήσεις των ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα δικαιωμάτων και αρχών διεθνούς νομιμότητας, καθώς και η εγγύηση τη κυριαρχίας του εθνικού κράτους θα ήταν σοβαρό εμπόδιο  για την ιμπεριαλιστική ανάπτυξη του καπιταλισμού,  συνειδητοποίησε εξαρχής το κέντρο εξουσίας του, οι Ηνώμενες Πολιτείες. Γι’ αυτό φρόντισαν, παράπλευρα προς το δίκαιο του ΟΗΕ, να τεθούν τα δικαιικά και τα θεσμικά θεμέλια του νεοφιλελευθερισμού. Τα θεμέλια αυτά της νέας οικονομικής τάξης τέθηκαν από τη γνωστή «Νομισματική και Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών» στο Bretton Woods των ΗΠΑ[24]. Η Συνδιάσκεψη καθιέρωσε ενιαίο νομισματικό σύστημα με βάση την ισοτιμία του δολαρίου, που ρύθμιζε τις εμπορικές και τις δημοσιονομικές σχέσεις όλων των χωρών με ελεύθερη οικονομία. Το σύστημα αυτό ήταν θεμελιωμένο, όπως είναι γνωστό, πάνω στις βάσεις και αρχές της αστικής δημοκρατίας, ιδίως στο ζεύγος της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, όπως αυτό διατυπώνεται δικαιικά για τον τομέα της οικονομίας: στην αρχή της οικονομικής ελευθερίας και στην αρχή προστασίας της ιδιοκτησίας, με τις ειδικότερες εκφάνσεις τους: τις αρχές της ελεύθερης αγοράς, της επαγγελματικής ελευθερίας και της ελευθερίας και προστασίας του ιδιωτικού κεφαλαίου. Αντιπρόσωποι μόνο 29 χωρών από εκείνες που αντιπροσωπεύθηκαν στο Bretton Woods ίδρυσαν, στις 27 Δεκεμβρίου 1945, ως φορέα εφαρμογής αυτού του συστήματος, το γνωστό μας Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (International Monetary Fund). Από αντιπροσώπους στην ίδια Συνδιάσκεψη ιδρύθηκε και ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank Group – WBG). Το επόμενο έτος (1946) συνήφθη το Γενικό Σύμφωνο Τιμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs and Trade – GATT), το οποίο καθόρισε αυστηρούς κανόνες για την τήρηση των αρχών της ελεύθερης αγοράς στο διεθνές εμπόριο και αποτέλεσε τον πρόδρομο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (World Trade Organization – WTO), που ιδρύθηκε την 1.1.1995[25].  

Αν μελετήσει κάνεις προσεκτικά τις καταστατικές διατάξεις και τις κανονιστικές ρυθμίσεις λειτουργίας των παραπάνω Οργανισμών θα διαπιστώσει με ευκολία ότι αποτελούν θεμέλιο δικαιικής αντίληψης και δικαιικού συστήματος εντελώς διαφορετικής βάσης από το ανθρωποκεντρικό δικαιικό σύστημα αρχών του ΟΗΕ. Το νέο αυτό διεθνές δίκαιο όχι μόνο αποκλίνει από τις αρχές του Παγκόσμιου Οργανισμού, αλλά και σε καίρια σημεία του τις αντιστρατεύεται. Αυτό κυρίως φαίνεται από τα προνομιακά δικαιώματα των Οργανισμών απέναντι στους οφειλέτες γενικά, το όλο δε κανονιστικό τους σύστημα αποπνέει την πλήρη αδιαφορία για τον οφειλέτη και την πλήρη έλλειψη προστασίας του, στοιχεία που χαρακτηρίζουν το αγγλικό δίκαιο. Πρέπει δε επιπλέον να σημειώσομε ότι οι εν λόγω Οργανισμοί ιδρύθηκαν και λειτουργούν ως οργανισμοί των καπιταλιστικών χωρών στο πλαίσιο  του ΟΗΕ, στον οποίο υπάγονται και μέχρι σήμερα, χειραγωγούνταν, όμως, εξαρχής από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είχαν, από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα, τη θέση κεφαλαιουχικής πλειοψηφίας στη διοίκησή τους. Είναι δε χαρακτηριστικό της επιβολής των ΗΠΑ το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός στην πράξη δεν ασκεί ποτέ εποπτεία για τη νομιμότητα της δράσης τους. Πνευματική πηγή του συστήματος αυτιού των  παγκόσμιας εμβέλειας Οργανισμών αυτών ήταν η «Σχολή του Σικάγου», με τον πατέρα του οικονομικού νεολιμπεραλισμού  Milton Friedmann, που ακολούθησε η πλειονότητα των αμερικανών –και όχι μόνο-  οικονομολόγων[26].

Οι παραπάνω Οργανισμοί έγιναν οι ρυθμιστές των διεθνών οικονομικών συναλλαγών στον κόσμο της ελεύθερης οικονομίας, δεδομένου ότι οι καταστατικοί και λοιποί κανόνες τους αποτελούσαν συμβατικό διεθνές δικαίο και δέσμευαν δικαιικά τις συμβαλλόμενες και συναλλασσόμενες με αυτούς χώρες. Μετά την κατάρρευση του συνασπισμού των σοσιαλιστικών χωρών, οι εν λόγω Οργανισμοί και οι κανόνες τους, μαζί με το οικονομικό σύστημα του νεολιμπεραλισμού, απέκτησαν παγκόσμια ισχύ, οπότε παρουσίασαν αυξημένη αυστηρότητα στην τήρηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς, δημιουργώντας συχνά σοβαρά κοινωνικά προβλήματα σε κράτη που δεσμεύονταν συμβατικά με αυτούς. Το σύστημα των παραπάνω Οργανισμών ήλθε να ενισχύσει ο λεγόμενος «Washington Consensus» (Συναίνεση της Ουάσιγκτον), που αποτελεί ένα είδος κωδικοποίησης των αρχών και κανόνων οικονομικής πολιτικής που επιβάλλονταν στις χώρες της Ν. Αμερικής[27]. Οι αρχές αυτές αποτελούν το πρότυπο για την αντιμετώπιση της κρίσης γενικά των αναπτυσσόμενων χωρών από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Τη δέσμη αυτή μέτρων οικονομικής πολιτικής έχει υιοθετήσει, στις βασικές της γραμμές, και η Ευρωπαϊκή Ένωση και την εφαρμόζει στη σημερινή υπερεθνική οικονομική πολιτική της στην Ευρώπη για την «αντιμετώπιση» των κρίσεων όλων των βαθμίδων. Τα μέτρα της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον» περιέχουν την πολιτική της ανεξέλεγκτης ελευθερίας της αγοράς, έχουν δε χαρακτηριστεί διεθνώς ως «νεολιμπεραλισμός» και, επικριτικά, ως «φονταμενταλισμός τηςαγοράς». Σήμερα, η πολιτική αυτή, που αποτελεί, όπως σημειώσαμε, και πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζεται πειραματικά με την αυστηρότερη εκδοχή της στην Ελλάδα.

Το θεσμικό σύστημα και οι κανόνες του συστήματος των διεθνών οργανισμών, όπως το σκιαγραφήσαμε, αποτελούν το οργανωτικό και κανονιστικό σύστημα διεθνούς δικαίου που ισχύει και εφαρμόζεται στις μεγάλες οικονομικές συναλλαγές και σχέσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Με βάση αυτό το θεσμικό και δικαιικό σύστημα, το κεφάλαιο, ανεξέλεγκτο στο πεδίο της ελεύθερης αγοράς, άρχισε την ανοδική του πορεία από το επίπεδο της οικονομίας του εθνικού κράτους στο πολυεθνικό επίπεδο παραγωγής και διάθεσης των αγαθών και  παροχής υπηρεσιών. Με την άνοδο αυτή των επιχειρήσεων στο πολυεθνικό επίπεδο, άρχισε και η συγκέντρωση των κερδών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών, από όπου άρχισε ο σχηματισμός του υπερεθνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παράλληλα, άρχισε να αναπτύσσεται η αντίστοιχη οικονομική πολιτική, η πολιτική της συγκεντρωτικής πορείας και κατεύθυνσης του κεφαλαίου από το επίπεδο ελέγχου των εθνικών κρατών και από το παραγωγικό πεδίο στο εκτός παραγωγής υπερεθνικό πεδίο διόγκωσής του. Οι βασικές γραμμές αυτής της οικονομικής πολιτικής, που αρχίζουν να διαγράφονται στον ιστορικό ορίζοντα από τη δεκαετία του 1970,  ήταν: η πλήρης απελευθέρωση των αγορών και αυτής του κεφαλαίου (με κατάργηση των νομικών μέτρων του εθνικού κράτους για την προστασία του νομίσματός του, της παραγωγής και εμπορίας των αγαθών κ.λπ.), η διευκόλυνση και προώθηση των συγχωνεύσεων και ιδιωτικοποιήσεων επιχειρήσεων προς την κατεύθυνση του υπερεθνικού πεδίου δράσης, η εξόντωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και γενικά του μεσαίου οικονομικού χώρου με σκοπό την κατάληψη της αγοράς από τα υπερεθνικά δίκτυα επιχειρήσεων, η κατάλυση του υγιούς ανταγωνισμού με την καρτελλοποίηση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών και την καταπίεση της πρωτογενούς παραγωγής, καθώς και διάφορες άλλες πολιτικές που εξυπηρετούσαν, σε τελευταία ανάλυση, τη συγκέντρωση του κεφαλαίου στο υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Την ίδια εποχή, όπως θυμόμαστε, δηλαδή στη δεκαετία του 1970, άρχισαν να προωθούνται, με την καθολική σχεδόν στήριξη της οικονομικής επιστήμης, τρεις ακόμη πολιτικές: η πρώτη ήταν η πολιτική δανεισμού των κρατών, από τα συσσωρευόμενα κεφάλαια στο υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα× η δεύτερη ήταν η ανάπτυξη δημιουργίας και εκμετάλλευσης των τίτλων οικονομικής αξίας (αξιογράφων με την ευρύτατη έννοια) για την ενσωμάτωση των σημαντικότερων οικονομικών σχέσεων και την άντληση όλων των μεγεθών και κατηγοριών εισοδήματος× η τρίτη ήταν το πάγωμα και η αφανής, αρχικά, αποδόμηση του κοινωνικού κράτους. Η πρώτη αποτελούσε, όπως θα δούμε, μαζί με την τρίτη, μέθοδο χειραγώγησης του εθνικού κράτους και η δεύτερη είσοδο του συνόλου της οικονομικής ιδιοκτησίας στον έλεγχο και εκμετάλλευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για το συντονισμό δε και έλεγχο του εν λόγω συστήματος προωθήθηκε και η ενοποίηση –λειτουργική και εποπτική- των τριών κλάδων του, του τραπεζικού, του ασφαλιστικού, και του χρηματηστηριακού κλάδου, στο οποίο περιλαμβάνεται και όλο το σύστημα επενδύσεων του κεφαλαίου. Με αυτές τις πολιτικές, η οικονομία ανήλθε στο παγκόσμιο επίπεδο εξουσίας με τη μορφή του ενιαίου χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπου το κεφάλαιο  λειτουργεί, τόσο ως πηγή εξουσίας, όσο και ως οικονομική πηγή, έκτος της παραγωγής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, οι οποίες απέκτησαν υπηρετικό ρόλο.

Επειδή σε μας τους νομικούς είναι γνωστό το πόσο θεμελιώδης για την αστική δημοκρατία και για την ανάπτυξη και λειτουργία του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος ήταν η συνένωση «εις σάρκαν μιαν»  ελευθερίας και ιδιοκτησίας[28], καθώς και πόση έκταση έχει στο δικαιικό σύστημα η προστασία αυτού του ζεύγους, αξίζει να συνειδητοποιήσομε ποια κοσμογονική μετουσίωση πραγματοποιείται με την πολιτική αυτή των δύο συζευγμένων μερών. Όλο το ζήτημα είναι τεράστιο. Είναι χρήσιμο, όμως, να δούμε ένα σκίτσο της μετουσίωσης του δικαιώματος της ιδιοκτησίας με την τιτλοποίηση των οικονομικών δικαιωμάτων και σχέσεων στη βάση της οικονομικής ελευθερίας, που εξυπηρετεί την κερδοφορία του κεφαλαίου και τη χειραγώγηση της οικονομίας από την εξουσία του.

Όλα τα μεγάλης οικονομικής αξίας και σημασίας αγαθά (πετρέλαιο, ορισμένα μέταλλα και ορυκτά, στάρι, ρύζι) και όλες οι οικονομικές σχέσεις και συναλλαγές που εγκλείουν σημαντικής οικονομικής αξίας  δικαιώματα και υποχρεώσεις (δανεισμός, επενδύσεις, σχέσεις διακίνησης και εμπορίας αγαθών, σχέσεις παροχής μεγάλης οικονομικής αξίας υπηρεσιών, σχέσεις ασφάλισης και το σύνολο των καταθέσεων) έχουν γίνει ήδη ανώνυμοι τίτλοι (άυλοι τίτλοι ή αξιόγραφα) του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και εισήχθησαν ως αντικείμενα ελεύθερης συναλλαγής στην ελεύθερη και πολιτικά ανεξέλεγκτη παγκόσμια αγορά του. Σ’ αυτή την αγορά, το κεφάλαιο, επενδεδυμένο σε τίτλους, κερδίζει ανώνυμα και εκτός  παραγωγής και διάθεσης πραγματικών αγαθών και παροχής υπηρεσιών πολλαπλάσια σε σχέση με τις αποδόσεις του σε παραγωγικές επενδύσεις. Με άλλες λέξεις: η ιδιοκτησία ως δικαίωμα οικονομικού περιεχομένου –και αυτή, βεβαίως, η ακίνητη- λειτουργεί ως τιτλοποιημένο κεφάλαιο και αυξάνεται ή μειώνεται κερδίζοντας ή ζημιούμενο,  σε μια άυλη παγκόσμια αγορά, χωρίς υποκείμενο, με την παραδοσιακή έννοια του ιδιοκτήτη ή κυρίου, και χωρίς πραγματικό αντικείμενο που παράγεται με ανθρώπινη εργασία. Εδώ έχομε μια πολύ βαθιά αλλοίωση της έννοιας του δικαιώματος: την αλλοίωση –ορθότερα: μετουσίωση- του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που αποτελείτο μέχρι σήμερα  από μια δέσμη πραγματικών δικαιωμάτων–εξουσιών  του ιδιοκτήτη-κυρίου πάνω στο ιδιοκτησιακό αντικείμενο, πράγμα ή οικονομικό δικαίωμα. Η μετουσίωση αυτή έχει δύο διαστάσεις: (α) το ιδιοκτησιακό δικαίωμα, με την τιτλοποίησή του εντάσσεται ως ασήμαντο πολλοστημόριο σε αγνώστου μεγέθους και άγνωστης σύνθεσης τίτλων και τιτλούχων ανώνυμο κεφάλαιο, του οποίου η διαχείριση ανήκει, στην πραγματικότητα, σε άγνωστο, οπωσδήποτε δε σε ανεξέλεγκτο από τους τιτλούχους υποκείμενο× (β) η δέσμη των εξουσιών του ιδιοκτήτη χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο και μετατίθεται με αυτό τον τρόπο από την ελεύθερη βούληση του νομικού της υποκειμένου στην εξουσία ενός δομημένου κέντρου διαχείρισης με αφηρημένους  κανόνες οικονομικών μαθηματικών, χωρίς πια να έχει ο ίδιος καμιά ουσιαστική δυνατότητα επέμβασης που θα επηρέαζε το μέγεθος της αξίας του και τη μορφή αξιοποίησής του.

Η οικονομική «πολιτική» του χρηματοπιστωτικού συστήματος που σκιαγραφήσαμε δεν είναι προϊόν πολιτικής, αλλά οικονομικής εξουσίας. Για πρώτη φορά, κατά τη γνώμη μου και όσο μπορούμε να γνωρίζομε, στην παγκόσμια ιστορία  υποκαθίσταται (διαφορετικό το επηρεάζεται ή και το χειραγωγείται) η πολιτική ως η ύπατη ρυθμιστική δύναμη της ανθρώπινης κοινωνίας από την οικονομική εξουσία. Η εξουσία αυτή, για να εκτελέσει το οικονομικό της πρόγραμμα, το οποίο, όπως είπαμε, αποβλέπει στην αύξηση του όγκου συγκέντρωσης και του ύψους κερδοφορίας του κεφαλαίου στο υπερεθνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, προβαίνει σε οικονομικές επεμβάσεις στις εθνικές οικονομίες και, ενδεχομένως, σε μεγάλες πολυεθνικές χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Οι επεμβάσεις αυτές προϋποθέτουν αφενός οικονομική κρίση των χωρών στις οποίες επιχειρούνται και αφετέρου τη διαμεσολάβηση θεσμικού συστήματος και πολιτειακή στήριξη. Τα σχετικά με την κρίση στο εθνικό κράτος της επέμβασης ζητήματα, όπως το ζήτημα της προέλευσης της συγκεκριμένης κρίσης (μέρος παγκόσμιας κρίσης, ενδογενής κρίση του εθνικού κράτους, προϊόν συνειδητής πρόκλησής της, ή συνδυασμός τους) δεν ανήκουν στο αντικείμενο αυτής της εισήγησης. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι η οποιασδήποτε μορφής και προέλευσης κρίση αποτελεί –και αυτή- αντικείμενο εκμετάλλευσης προς όφελος τόσο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όσο και των βλέψεων των πολιτειακών δυνάμεων που στηρίζουν την επέμβαση. Με άλλες λέξεις, χρειάζεται το θεσμικό σύστημα των διεθνών οργανισμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος με το δίκαιο που αναφέραμε (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα και, ενδεχομένως, Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου), χρηματοπιστωτικούς θεσμούς και επιχειρήσεις, κράτη-δανειστές και πολιτειακές δυνάμεις που θα στηρίξουν την επέμβαση. Οι μεγάλες πολιτειακές δυνάμεις, παρά το ότι υπόκεινται και αυτές στην υπερεθνική εξουσία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, συνεργάζονται με τα κέντρα του για λόγους κυρίως γεωπολιτικών συμφερόντων και βλέψεων, που θα τους αποφέρει η οικονομική χειραγώγηση και υποδούλωση των λαών των μικρότερων εθνικών κρατών. Σε δεύτερη μοίρα έρχεται η αποκόμιση οικονομικών οφελών. Τα προγράμματα αυτά οικονομικής εξουσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος υποστηρίζει, βεβαίως, εξαρχής πολιτικά ο πολιτικός λιμπεραλισμός (ή νεοφιλελευθερισμός), που έχει δεσπόζουσα θέση στο πολιτικό πεδίο γενικά και ειδικότερα της Β. Αμερικής και της Ευρώπης.

3. Η παραβίαση των αρχών νομιμότητας

Προτού προχωρήσομε στις συγκεκριμένες μορφές επεμβάσεων του υπερεθνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος στο εθνικό κράτος, επισημαίνομε ότι, από την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», παρατηρείται ευρύτατη και βαθιά παράκαμψη των ανθρωποκεντρικής βάσης αρχών διεθνούς νομιμότητας που αναδείχθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ισχύουν υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Η εν λόγω παράκαμψη –που συνιστά ουσιαστική παραβίαση αρχών του δικαίου, παρατηρείται σε τρεις τομείς της διεθνούς πολιτικής: Στον τομέα των πολεμικών επεμβάσεων, στον τομέα δίωξης της “τρομοκρατίας” και στον τομέα της οικονομίας. Στους δύο πρώτους τομείς, ο ΟΗΕ δεν μπόρεσε να επιβάλει τη νομιμότητα, γι’ αυτό και υπέστη από αυτή την πρακτική μια σοβαρή φθορά στο κύρος του. Στον τρίτο τομέα, ωστόσο, εξακολουθεί να διατηρεί στο πεδίο του δανεισμού κρατών αφενός ακέραιο το σύστημα διατάξεων του όλου διεθνούς δικαίου και αφετέρου σταθερή τη σχετική νομολογία. Το  προκείμενο πόνημα περιορίζεται στον τρίτο αυτό τομέα ως προς την πρακτική εκμετάλλευσης της οικονομικής κρίσης κρατών της Ευρώπης.

Για την πρακτική του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των συνεργαζόμενων με αυτό χωρών στον τομέα της εν λόγω εκμετάλλευσης των κρίσεων,  έχει σήμερα ο επιστήμονας του δικαίου όλα τα στοιχεία από την επέμβαση στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί την πρώτη και σκληρότερη από όσες έχουν γίνει σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να μπορεί να κρίνει τη συμβατότητά της  με το υπερκείμενο δίκαιο. Με βάση αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό και με τα στοιχεία που μπορεί να συλλέξει κανείς από τις ανάλογες οικονομικές επεμβάσεις σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και σε αναπτυσσόμενες χώρες άλλων περιοχών, μπορεί να μελετήσει κανείς το νομικό σύστημα λειτουργίας των διεθνών οργανισμών του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα και  Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου) και τα σημεία σύγκρουσής του με το ανθρωποκεντρικό σύστημα του διεθνούς δικαίου. Βεβαίως, την επέμβαση στην Ελλάδα ακολούθησαν  και άλλες σε χώρες της Ευρωζώνης: στην Πορτογαλία, στην Ιρλανδία και στην Κύπρο, που είναι ηπιότερες από την πρώτη. Οι επεμβάσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο χωριστής μελέτης, για μια τεκμηριωμένη  αξιολόγηση των όρων και των μέτρων που επέβαλαν. Εμείς, σ’ αυτή την Εισήγηση, περιοριζόμαστε στις βασικές μορφές παραβιάσεων του όλου υπερκείμενου δικαίου με την πρακτική που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, χωρίς ειδικότερη ανάπτυξη, ώστε να σχηματιστεί μια όσο γίνεται πιο πλήρης εικόνα των θεμελιωδών αρχών και κανόνων νομιμότητας της αστικής δημοκρατίας που απειλούνται και να συνειδητοποιηθούν οι  προθέσεις που προαναγγέλλουν τον επίσημο  μετασχηματισμό τους.

Ο θεσμός που χρησιμοποιήθηκε στην επέμβαση που έγινε στην Ελλάδα είναι ο θεσμός του δανεισμού[29]. Θα μείνομε στο θεσμό αυτόν, ο οποίος αποτελεί, ασφαλώς, το προσφορότερο,  μετά τα πολεμικά μέσα ή άλλους τρόπους κατάκτησης μιας χώρας, μέσο υποταγής της, χειραγωγώντας την κυριαρχία της με τη συμβατική σχέση εξάρτησης δανειστή-οφειλέτη. Γι’ αυτό και η νέα αυτή μέθοδος συγκεντρώνει το ευρύτερο φάσμα παραβίασης αρχών και κανόνων νομιμότητας.

Όλοι γνωρίζομε ότι ο παραδοσιακός δανεισμός κρατών είχε βάση πολιτική× ήταν μέρος των πολιτικών σχέσεων δανειστή και οφειλέτη, ακόμη και όταν τυπικός δανειστής ήταν πιστωτικό ίδρυμα της εθνικής οικονομίας κράτους. Γι’ αυτό και βασικός υπηρεσιακός χώρος πολιτικής που εμπλεκόταν στις προπαρασκευαστικές εργασίες του δανεισμού ήταν τα υπουργεία εξωτερικών σε συνεργασία με τα οικονομικά υπουργεία. Για πρώτη φορά, η δανειακή σύμβαση της Ελλάδας με τα κράτη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ του Μαΐου 2010[30], συντάχθηκε από ιδιωτικό δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου[31], με βάση το αγγλικό δίκαιο, το οποίο ορίστηκε και ως δίκαιο της σύμβασης και της εφαρμογής της. Η προτίμηση του αγγλικού δικαίου οφείλεται στο ότι το εν λόγω δίκαιο αντιμετωπίζει τη σύμβαση δανεισμού κράτους ως σύβαση ιδιωτικού δικαίου και, επιπλέον, δεν αναγνωρίζει δικαιώματα προστασίας του οφειλέτη, που αναγνωρίζει το δημόσιο διεθνές δίκαιο και το ιδιωτικό δίκαιο της ηπειρωτικής Ευρώπης[32].

Οι Συμβάσεις του Μαΐου 2010 ενέχουν μια βασικής σημασίας  διαφορά από τις παραδοσιακές δανειακές συμβάσεις. Όπως είναι γενικά γνωστό, οι συμβάσεις αυτές είτε δεν περιείχαν –σπανίως, βεβαίως- κανέναν όρο διασφάλισης του δανειστή για την επιστροφή του δανείου και την εκπλήρωση των όρων δανεισμού, είτε –συνήθως-  περιείχαν όρους που διασφάλιζαν τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το δανειστή ως προς το συγκεκριμένο δάνειο. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι όροι παρείχαν υπέρ του δανειστή είτε εμπράγματη ασφάλεια, είτε δέσμευση ορισμένων εκμεταλλεύσεων[33], είτε άλλου είδους εγγυήσεις, πάντοτε δε σε αναφορά με το συγκεκριμένο δάνειο και σε αναλογία και λογική σχέση με το ύψος του. Αντίθετα, οι Συμβάσεις δανεισμού της Ελλάδας του Μαΐου 2010 –και οι μεταγενέστερες συμφωνίες- δεν περιέχουν κανένα τέτοιο όρο διασφάλισης των δικαιωμάτων των δανειστών για το συγκεκριμένο δάνειο. Περιέχουν, όμως, ένα βασικό όρο: την υποχρέωση του ελληνικού κράτους να εφαρμόσει ένα καθολικό οικονομικό πρόγραμμα, το «πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής», το οποίο καταρτίστηκε από τους δανειστές με βάση, όπως βλέπει κάνεις σαφώς, τις αρχές της «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον (Washington Consensus) –και ακόμη πιο αντικοινωνικά. H επιβολή αυτού του προγράμματος εξοπλίζεται με συμβατικούς όρους καθολικής δέσμευσης της οικονομικής πολιτικής της χώρας, καθώς και απογύμνωσή της από όλες τις εγγυήσεις  («ασυλίες») που απολαύει η ίδια ως κυρίαρχο κράτος και τα ζωτικής σημασίας αγαθά της. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τους  πρωτοφανείς όρους δέσμευσης υπέρ των δανειστών του συνόλου της δημόσιας περιουσίας και της παραίτησης από όλες τις ασυλίες –και αυτής της εθνικής κυριαρχίας[34].

Σ’ αυτές τις συμβατικές δεσμεύσεις  της Ελληνικής Δημοκρατίας –οι οποίες, βεβαίως, ως κατάφωρα αντίθετες προς το υπερκείμενο δίκαιο είναι ανυπόστατες- προσθέτομε και τρεις ουσιαστικές παραμέτρους παραβατικότητας του περιεχομένου των εν λόγω δανειακών συμβάσεων, που είναι οι ακόλουθες: (α) Όλοι οι όροι είναι διατυπωμένοι έτσι ώστε οι υποχρεώσεις να ισχύουν μόνο υπέρ του δανειολήπτη, χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις των δανειστών (λεόντειος σύμβαση)× (β) ο λεπτομερής καθορισμός της οικονομικής πολιτικής της Ελλάδας σε όλα τα αντικείμενά της που υποχρεούται να ασκήσει η Ελλάδα για την τήρηση των Συμφωνιών και που περιλαμβάνονται στα τρία επιμέρους Μνημόνια του από 3.5.2010 Μνημονίου Συνεννόησης (επιβολή των μέτρων της οικονομικής πολιτικής), χωρίς να παραμένει κανένα ουσιαστικό αντικείμενο  οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής στην ελεύθερη βούληση του κράτους× (γ) ο προσωπικός έλεγχος, με «δικαίωμα» άμεσης πρόσβασης σε όλες τις υπηρεσίες του Ελληνικού Κράτους, για την τήρηση των όρων των Συμφωνιών, από απεσταλμένους της  Επιτροπής της ΕΕ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ΔΝΤ («Τρόικα»), που αποτελεί το όργανο εκτέλεσης των Συμφωνιών για λογαριασμό των δανειστών (έλεγχος λειτουργιών του κράτους εντός της κυριαρχίας του κράτους από διοικητικά όργανα ξένης κυριαρχίας).  Με άλλες λέξεις, έχομε  όρους καθολικής δέσμευσης του κράτους με βάναυση προσβολή της κυριαρχίας του και συνάμα παραβίαση των αρχών  νομιμότητας του Συντάγματος, καθώς και του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου.

Από τους όρους των παραπάνω Συμβάσεων, από τους ανάλογους, όμοιους και παρόμοιους όρους των μεταγενέστερων μέχρι σήμερα συμφωνιών με τους ίδιους δανειστές, από τις τροποποιητικές συμφωνίες και τους όρους πού ακολούθησαν τις βασικές συμφωνίες, από τις προπαρασκευαστικές πράξεις και συμπεριφορές των οργάνων των δανειστών, της «Τρόικας» και των κυβερνητικών οργάνων και άλλων δημόσιων λειτουργών της Ελληνικής Δημοκρατίας, από την πρακτική της συμβατικής δέσμευσης της χώρας και από την όλη πρακτική εκτέλεσης των συμφωνιών, καθώς και από την πρακτική λειτουργίας των ΜΜΕ (της ελευθερίας του τύπου), προκύπτει μια πρωτοφανούς έκτασης και πυκνότητας βαρύτατη δικαιική παραβατικότητα. Η παραβατικότητα αυτή συνίσταται στο ότι η όλη πρακτική σύστασης, διαχείρισης και εκτέλεσης του εν λόγω δανεισμού  κινείται έκτος νομιμότητας και, κατά κυνικό τρόπο, χωρίς κανένα δείγμα ενδιαφέροντος των ενεργών υποκειμένων αυτής της πρακτικής για τήρηση έστω και της ελάχιστης νομιμότητας[35].

Η περιπτωσιολογία των παραβιάσεων της νομιμότητας είναι ατελεύτητη και είναι αδύνατο να εξαντληθεί σε μια μελέτη. Μόνο η κατάταξή της σε μεγάλες κατηγορίες παραβίασης αρχών είναι δυνατή. Για να συλλάβομε με μεγαλύτερη πιστότητα την εικόνα αυτής της πρωτοφανούς έκτασης και πυκνότητας παραβιάσεων του δικαίου, ας επιχειρήσομε μια τέτοια κατηγοριοποίηση:

α. Πρώτη κατηγορία.  Σ’ αυτή υπάγονται οι παραβιάσεις της κυριαρχίας του κράτους. Η παραβατικότητα εδώ συγκεκριμενοποιείται με τις ακόλουθες παράνομες πράξεις, οι οποίες τελούνται με πολλές μορφές και με πολλούς τρόπους, επαναλαμβανόμενες και συνεχώς:

(α) Άσκηση πολιτικής και οικονομικής βίας για την αποδοχή και, ακολούθως, για την εκτέλεση των όρων δανειοδότησης, αφενός με απειλές πολλών ειδών και κατηγοριών από όργανα των δανειστών προς όργανα του δανειολήπτη και αφετέρου από διατύπωση απειλών και  δημιουργία κλίματος φόβου στον ελληνικό λαό με πολιτικές δηλώσεις οργάνων και των δύο πλευρών των συμφωνιών δανεισμού και με ενορχηστρωμένες «κρίσεις», «ειδήσεις» και άλλους τρόπους των ΜΜΕ.

(β) Υπερδανεισμός με προσβολή των βασικών δικαιωμάτων του λαού για αξιοπρεπή διαβίωση και των δικαιωμάτων του κράτους για την άμυνά του («επαχθές χρέος»)[36].

(δ) Ο όρος των δανειακών συμφωνιών παραίτησης από όλες τις ασυλίες του κράτους (με παραίτηση και από εκείνες που προστατεύουν τα δικαιώματα εθνικής κυριαρχίας).

(ε) Ο όρος δέσμευσης του συνόλου των περιουσιακών δικαιωμάτων του Δημοσίου.

(στ) Η πλήρης δέσμευση της οικονομικής πολιτικής (με τον αμέσως προηγούμενο όρο και με την επιβολή του «Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής», που χειραγώγησε το σύνολο της οικονομικής πολιτικής του Κράτους.

(ζ) Ο άμεσος έλεγχος του συνόλου της κυβερνητικής και της διοικητικής λειτουργίας του κράτους, με προσωπική πρόσβαση σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και στα δημόσια αρχεία, από αλλοδαπούς εκπροσώπους των δανειστών, χωρίς οποιαδήποτε δημόσια σχέση με την Ελληνική Δημοκρατία.

β. Δεύτερη κατηγορία. Σ’ αυτή υπάγονται οι αρχές και οι κανόνες νομιμότητας λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αναφέρομε ενδεικτικά τις ακόλουθες:

(α) Την παράκαμψη αρμοδιοτήτων της Βουλής, με κυριότερη περίπτωση τη μη κύρωση των διεθνών δανειακών συμβάσεων και συμφωνιών σύμφωνα με το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο. Οι παρακάμψεις του αντιπροσωπευτικού σώματος είναι συνεχείς, αφού καμιά νέα ή πρόσθετη συμφωνία από όλες που έχουν συναφθεί μετά τις πρώτες του Μαΐου 2010 μέχρι σήμερα έχει υποβληθεί για κύρωση στη Βουλή. Σ’ αυτή την παράνομη παράλειψη προστίθεται και νέα: δεν υπάρχουν (ή δε δημοσιεύθηκαν) ούτε κείμενα των συμφωνιών με τη μορφή των συμβάσεων.

(β) Τη συνεχή παραβίαση των συνταγματικών αρχών, κανόνων και όρων για την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, καθώς και για την κανονιστική λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας από το πρόεδρο της Δημοκρατίας, την Κυβέρνηση και τη Διοίκηση (συνεχής έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου χωρίς τις συνταγματικές προϋποθέσεις, παραβίαση των συνταγματικών κανόνων ως προς τη διαδικασία άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας, πράξεις κυβερνητικών και διοικητικών οργάνων, μη καλυπτόμενες από νομοθετική εξουσιοδότησης κ.ά.).

(γ) Την πλήρη και με ποικίλους αθέμιτους τρόπους χειραγώγηση των μεγάλων έντυπων και ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ, την πλήρους ανακρίβειας και ουσιαστικής αβασιμότητας κυβερνητικές ενημερώσεις του κοινού και την απόκρυψη γεγονότων και πράξεων του Δημοσίου, καθώς και την πλήρη έλλειψη διαφάνειας στην άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Όλες αυτές οι πράξεις και ενέργειες προσβάλλουν την ουσία της δημοκρατικής αρχής του πολιτεύματος, την ελευθερία του τύπου και τα πολιτικά δικαιώματα του λαού ως ανώτατου οργάνου του πολιτεύματος και ως ύπατου φορέα της λαϊκής κυριαρχίας.

γ. Τρίτη κατηγορία.  Σ’ αυτή υπάγονται θεμελιώδεις αρχές του υπερκείμενου δικαίου (Συντάγματος, Ευρωπαϊκού Δικαίου και Διεθνούς Δικαίου) και ειδικότερες συνταγματικές αρχές που ρυθμίζουν τις σχέσεις της  Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ελλάδα ως κράτος-μέλος, καθώς και τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας. Από τις θεμελιώδεις αρχές του υπερκείμενου δικαίου αναφέρομε:

(α) Την αρχή της αλληλεγγύης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(β) Την αρχή της επικουρικότητας του ιδίου δικαίου, που παραβιάστηκε και παραβιάζεται συνεχώς με επεμβάσεις σε ζητήματα που ανήκουν στην κυριαρχία του εθνικού κράτους.

(γ) Την αρχή της αναλογικότητας ως προς τους επαχθείς όρους των δανειακών συμφωνιών.

(δ) Την αρχή της ελευθερίας ανάπτυξης των φυσικών και νομικών πρόσωπων της ελληνικής κοινωνίας.

(ε) Την αρχή της οικονομικής ελευθερίας και ανάπτυξης της χώρας.

δ. Τέταρτη κατηγορία. Στην τέταρτη κατηγορία υπάγονται οι σωρευτικές και διαρκείς παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη που εγγυάται το υπερκείμενο δίκαιο[37]. Οι παραβιάσεις γίνονται με πράξεις και των τριών λειτουργιών του κράτους. Αναφέρομε ενδεικτικά τις παραβιαζόμενες εγγυήσεις του υπερκείμενου δικαίου:

(α) Του δικαιώματος προστασίας της αξίας του ανθρώπου (κυρίως με παραβιάσεις της διασφάλισης αξιοπρεπούς διαβίωσης)

(β)  Των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχή του κράτους δικαίου.

(γ) Των δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας.

(δ) Των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις αρχές του κοινωνικού κράτους δικαίου, της ισότητας και της αναλογικότητας.

(ε) Των ελευθεριών του προσώπου και των δικαιωμάτων ανάπτυξης και προστασίας της προσωπικότητας

(στ) Των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας (οικονομικών αξιώσεων μισθών ασφαλιστικών παροχών κ.λπ., οικονομικών δικαιωμάτων από άλλα περιουσιακά στοιχεία). Εδώ ανήκουν και οι παραβιάσεις των εγγυήσεων των πιστωτικών σχέσεων και των συνδεόμενων με αυτά ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των καταθετών, μετόχων, δανειστών κ.λπ. προσώπων, των τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κορύφωση των οποίων είδαμε στην επέμβαση στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου.

          Από όλα όσα αναπτύχθηκαν προκύπτει ότι, στο πεδίο των διεθνών οικονομικών συναλλαγών, έχει δρομολογηθεί πράγματι μια πρακτική συστηματικής παραβίασης των αρχών και κανόνων νομιμότητας, που προαναγγέλλει έναν αντίστοιχο μετασχηματισμό του δικαίου, με αφετηρία το υπερεθνικό επίπεδο νομιμότητας. Η πρακτική αυτή άρχισε να δρομολογείται, όπως είδαμε, αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη Συνδιάσκεψη Bretton Woods, έμεινε αφανής έως ήπια μέχρι τη δεκαετία του 1970, οπότε άρχισε η πολιτική παγώματος έως περιορισμένης αποδόμησης του κοινωνικού κράτους και η απελευθέρωση της αγοράς κεφαλαίου στο υπερεθνικό επίπεδο. Η εν λόγω πρακτική απόκλισης από την νομιμότητα άρχισε να διευρύνεται κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες εκτός Ευρώπης. Με την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού των σοσιαλιστικών χωρών, οι αρχές του καπιταλισμού, μέσω κυρίως των θεσμικών εκπροσώπων του, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιος Οργανισμού Εμπορίου, απέκτησαν παγκόσμια ισχύ, ενώ παράλληλα οικοδομήθηκε και εδραιώθηκε η υπερεθνική κυριαρχία του με την ανάπτυξη του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος (διεύρυνση Χρηματιστηρίων, επενδυτικές και πιστωτικές εταιρείες, τράπεζες διεθνούς εμβέλειας κ.λπ.).  Η ανοδική αυτή πορεία του καπιταλισμού προς τη σημερινή αυτόνομη δομή και λειτουργία του, στηρίχθηκε, όπως σημειώσαμε, στην πλήρη ανάπτυξη και εφαρμογή των αρχών του οικονομικού λιμπεραλισμού, με παράλληλη ενίσχυση και της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, η οποία απόκτησε επίσης δεσπόζουσα θέση στη διακυβέρνηση των χωρών του πλανήτη. Την είδαμε δε να πραγματοποιείται με την απελευθέρωση των υπερεθνικών αγορών του κεφαλαίου, με την κατάργηση όλων των θεσμικών και δικαιικών μέσων προστασίας των εθνικών  οικονομιών και, τέλος, με την ευρύτατη  εξάπλωση των ιδιωτικοποιήσεων και των συγχωνεύσεων των επιχειρήσεων. Η παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2008, πρόσθεσε και την εξέλιξη και εφαρμογή στην Ευρώπη του συστήματος διαχείρισης και εκμετάλλευσης των κρίσεων από τα κέντρα του ίδιου οικονομικού συστήματος και των πολιτειακών και πολιτικών δυνάμεών του, με πρώτη επιλογή την Ελλάδα και αργότερα την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Κύπρο.

Η παγκόσμια οικονομική  κρίση μας οδήγησε στο να συνειδητοποιήσομε τις δύο μεγάλες  διαστάσεις της: τη διάσταση που δείχνει ότι η κρίση είχε αρχίσει πριν από την οικονομική του 2008 και ήταν –και είναι- κρίση του κοινωνικοπολιτικού συστήματος της αστικής δημοκρατίας και του όλου πολιτισμού του και τη διάσταση ότι είναι κρίση του ίδιου του καπιταλισμού, που με την ειδεχθή μορφή του δεύτερου σταδίου άρχισε να τρώει τις σάρκες του και τα παιδιά του: τους θεσμούς του και τις   οικονομικές μορφές και οντότητες της οικονομίας του εθνικού κράτους.

          Στο πλαίσιο αυτής της εκτίμησης των ιστορικών διαστάσεων της κρίσης, μας ενδιαφέρει εδώ ειδικότερα η πρακτική παραβίασης των αρχών νομιμότητας της αστικής δημοκρατίας.  Ήταν εξαρχής φανερό ότι η ανάπτυξη της νέας φάσης του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος δε χωρούσε στα όρια δικαίου του θεσμικού συστήματος, που είχαν αναπτυχθεί μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός ο λόγος καθιστούσε απαραίτητη τη δρομολόγηση και την εξέλιξη μέχρι σήμερα της πρακτικής παραβίασης αυτών των ορίων και τον εξοπλισμό της με το  κατάλληλο αντίστοιχο θεσμικό σύστημα –αυτό των παγκόσμιων  οργανισμών του καπιταλισμού, που περιγράψαμε. Το  σταμάτημα αυτής της πρακτικής, που ζούμε σήμερα στην Ελλάδα και στην Κύπρο με τη πιο ζοφερή μορφή της, μπορεί να επιτευχθεί πολιτικά τόσο σε επίπεδο εθνικού κράτους, όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, προτού επιτευχθεί ο αντίστοιχος θεσμικός μετασχηματισμός. Το όπλο της νομιμότητας είναι ακόμη και νομικά και πολιτικά πολύ ισχυρό. Απλά χρειάζεται πολύ ισχυρή πολιτική υπευθυνότητα και τόλμη. Χρειάζεται κυβέρνηση με συνείδηση της πραγματικής ισχύος και αποστολής της.

 

 

 



*Το πλήρες κείμενο του πονήματος, από το οποίο αντλήθηκε η ομιλία του σ. στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στις 17 Δεκεμβρίου 2013, κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ιδίου Πανεπιστημίου.

[1]Το νόημα του όρου “κοινωνικοπολιτικό σύστημα” δεν ταυτίζεται με εκείνο της  περίφρασης: “κοινωνικό και πολιτικό σύστημα”. “Κοινωνικοπολιτικό σύστημα σημαίνει τη σύνθεση σε ενιαίο σύστημα συγκρότησης, οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών και των πολιτικών σχέσεων της πολιτικής κοινωνίας. Αντίθετα, η περίφραση “κοινωνικό και πολιτικό σύστημα” σημαίνει διάκριση του συστήματος συγκρότησης, οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών σχέσεων στο κοινωνικό επίπεδο από το σύστημα πολιτικής συγκρότησης, οργάνωσης και λειτουργίας  ως επιδομή της κοινωνίας. Η περίφραση, από επιστημολογική σκοπιά, αποτελεί λάθος, γιατί διασπά τη γνωστική διαδικασία.

[2]Ο Αριστοτέλης, στην πρώτη πρόταση του Κεφ. Α΄ των Πολιτικών του,  ταυτίζει τις δύο έννοιες “πόλις” και “πολιτική κοινωνία” ως ένωση προσώπων που συνεστήθη για τον υπέρτατο αγαθό σκοπό, ο οποίος καλύπτει τους σκοπούς όλων των άλλων ομάδων που περιλαμβάνει (1252 a, 1 επ).: «Επειδή πάσαν πόλιν ορώμεν κοινωνίαν τινα ούσαν και πάσαν κοινωνίαν αγαθού τινος ένεκεν συνεστηκυίαν (του γαρ είναι δοκούντος αγαθού χάριν πάντα πράττουσιν πάντες), δήλον ως πάσαι μεν αγαθού τινος στοχάζονται, μάλιστα δε και του κυριωτάτου πάντων η πασών κυριωτάτη και πάσας περιέχουσα τας άλλας. Αύτη δ’ εστίν η καλουμένη πόλις και η κοινωνία η πολιτική.» Η «πολιτική κοινωνία» είναι, συνεπώς, η ανθρώπινη κοινωνία, η οποία, σε αντίθεση με τις μορφές κοινωνιών των άλλων έμβιων όντων, είναι «φύσει πολιτική» και ο άνθρωπος, ως μέλος της, «φύσει πολιτικόν ζώον» (Αριστ. Πολιτικά, 1253a, 1 επ.): «εκ τούτων ουν φανερόν των φύσει η πόλις εστί, και ότι ο άνθρωπος φύσει πολιτικόν ζώον»× (Ηθ.Νικ.,1097b, 11 επ.): «φύσει πολιτικόν ο άνθρωπος».) Κατά την αριστοτελική αυτή έννοια, η οποία ισχύει μέχρι σήμερα, η «πολιτική κοινωνία» είναι συνειδητή από τον άνθρωπο κοινωνία με συνειδητό έλλογο υπέρτατο σκοπό. Συνεπώς, το ουσιαστικό στοιχείο διάκρισης της κοινωνίας των ανθρώπων από τις φυσικές κοινωνίες των λοιπών ζώων  είναι η συνειδητή γνώση της κοινωνίας από τον άνθρωπο και της σχέσης του με αυτήν, καθώς και η συνείδηση της δυνατότητάς του να παρεμβαίνει στην πολιτική διάρθρωση, συγκρότηση και λειτουργία της σε αντίθεση με την ασύνειδη συγκρότηση και λειτουργία των λοιπών φυσικών κοινωνιών.

[3]Το θεμελιώδες για τη γνώση του και την κατανόηση των κανόνων του ζήτημα της πολιτικής προέλευσης και φύσης του δικαίου αποτελεί αντικείμενο άλλης μελέτης μας.

[4]Στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (Déclaration des droits de l’homme et du citoyen) του 1789  (άρθρο 3), η δημοκρατική αρχή είναι ενσωματωμένη στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία ισχύει μέχρι σήμερα στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Στην Αγγλία, αντί της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, ισχύει η αρχή της κυριαρχίας του κοινοβουλίου. 

[5] Οι αρχές της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, της ασφάλειας και της αντίστασης στην καταπίεση περιελήφθησαν στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης της Επανάστασης (“Assemblée nationale constituante”), ως “φυσικά και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου”: Art 2: Le but de toute association politique est la conservation des droits narurels et imprescriptibles de l’homme. Ces droits sont la liberté, la propriété, la sûreté et la résistance à l’oppression”.  Εδώ βλέπομε  ως «ένωσιν εις σάρκαν μιαν», το “γάμο”, όπως έχει χαρακτηριστεί,: της αφηρημένης έννοιας της ελευθερίας με την ιδιοκτησία και με κοινό υποκείμενο το άτομο ως αφηρημένη έννοια του ανθρώπου –το οποίο ζεύγος αποτέλεσε το δικαιικό θεμέλιο της ιδεολογικής βάσης του ατομικιστικού οικονομικού λιμπεραλισμού, αλλά και γενικότερα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος της αστικής δημοκρατίας.

[6]Για τις ιστορικές φιλοσοφικές καταβολές και την ιδεολογική βάση της αρχής της επικουρικότητας ως ουσιαστικής αρχής, βλ. τη μονογραφία μου: Περί της Αρχής της Επικουρικότητος του Κράτους, Συμβολή είς την έρευναν της σχέσεως κράτους και κοινωνίας, Αθήναι 1974. Την αρχή της αλληλεγγύης ανέδειξε ο μεγάλος –αλλά σχετικά παραμερισμένος- θεωρητικός του κράτους και του Συνταγματικού δικαίου Léon Duguit. Βλ. το πεντάτομο έργο του: Traite de Droit Constitutinnel; I (1927), σελ. 82 επ., 116 επ., 672 επ., 723 επ., ΙΙ (1928), 7 επ., 59 επ., ΙΙΙ (1930), 639 επ. Οι αρχές αυτές, στην ουσία τους, απορρέουν από το περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής –η πρώτη ως σχέση ουσιαστικού δεσμού των μελών της πολιτικής κοινωνίας και η δεύτερη ως αρχή προτεραιότητας στην πολιτική απόφαση από τα κάτω (από τη λαϊκή βάση) προς τα επάνω στην κλίμακα της οργάνωσης του πολιτικού συστήματος.

[7]Magna Charta Libertatis (1215), Petition of Right (1627), The Habeas Corpus Act (1679), Bill of Rights (1689), The Act of Settlement (1701), Virginia Bill of Rights (1776),  Déclaration des droits de l’homme et de citoyen (1789) κ.ά.

[8] Τα Συντάγματα του Μεσοπολέμου που είχαν πρότυπο το Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919 ήταν: της Ελλάδας του 1927 και της Ισπανίας του 1931. Και τα τρία, αφού τα κατέλυσε, τα εξαφάνισε η λαίλαπα του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. Όσον αφορά τους κοινωνικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας, αναφέρομε την πανευρωπαϊκή πρωτοπορία του νεαρού διδάκτορα Αλέξανδρου Σβώλου, ο οποίος συνέγραψε το 1916 τη μελέτη: «Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών υπό συνταγματικήν και οικονομικήν άποψιν», η οποία βραβεύτηκε στο Ραλλειο Διαγωνισμό από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1917, με εισήγηση του δασκάλου του Ν. Ν. Σαριπόλου. Στη μελέτη αυτή υποστηρίζεται, για πρώτη φορά στην Ελλάδα και πριν ακόμη θεσμοθετηθεί στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης η ιστορική ρήτρα «Eigentum verpflichtet» («η ιδιοκτησία έχει υποχρεώσεις»), που κατέστησε συνταγματική επιταγή τους κοινωνικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας, η υποχρέωση του κράτους να απαλλοτριώσει γη από μεγάλους γαιοκτήμονες υπέρ ακτημόνων γεωργών.

[9]Για την ιστορία της αρχής του κοινωνικού κράτους, βλ. τη μελέτη μου: Ιστορική καταγωγή και εξέλιξη του κοινωνικού κράτους, στον τόμο επιστημονικών δημοσιευμάτων  μου Μελέτες ΙΙΙ, Θεμελιώδη Δικαιώματα, Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σελ. 215 επ., καθώς και σε γαλλική και γερμανική μετάφραση στους τόμους της Julia Iliopoulos-Strangas (éd.), La Protection des droits sociaux fondamentaux dans les Etats membres de l’Union européenne – Etudes de droit comparée, 2000, σελ. 3 επ., και Soziale Grundrechte in Europa nach Lissabon, 2010, σελ. 19 επ., αντίστοιχα. (Edition Ant. N. Sakkoulas - Bruyland – Nomos Verlagsgesellschaft, Athen – Brüssel – Baden-Baden).

[10] Ιστορικά στοιχεία και λεπτομέρειες για την τελική διαμόρφωση των αρχών αυτών και κανόνων που περιέλαβαν ο Καταστατικός Χάρτης  του ΟΗΕ και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου βλ. στο άρθρο μου: «Η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ΝοΒ τ. 27 (1979), σε. 705 επ.

[11]Βλ. Άρθρο 1 (ιδίως § 3) και αρθρ. 13 § 1.

[12]Προοίμιο («social progress») και άρθρα 22-29 της Διακήρυξης.

[13]Εκτός  από τον Καταστατικό Χάρτη  του ΟΗΕ και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αναφέραμε, προσθέτομε ενδεικτικά και τις ακόλουθες Συνθήκες: Convention Concerning the Aims and Purposes of the International Labour Organisation, 1944, Freedom of Association and Protection of the Right to Organize Convention, 1948, Right to Organize and Collective Bargaining Convention, 1949, Equal Remuneration Convention, 1951, Convention Relating to the Status of Refugee, 1951, Convention on the Political Rights of  Women, 1953, Declaration of the Rights of the Child, 1959, Equality of Treatment (Social Security) Convention, 1962, International Convention on the Elimination of All Forms of Racial Discrimination, 1966, Social Policy (Basic Aims and Standards) Convention, 1962, International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights, 1966, International Covenant on Civil and Political Rights, 1966. Από τις νεότερες –και αραιότερες- διεθνείς συμβάσεις, αναφέρομε τις ακόλουθες: Convention on the Elimination of All Forms Discrimination Against Women, 1979, και Convention on the Rights of the Child, 1989. Για μια ολοκληρωμένη εικόνα της προστασίας των δικαιωμάτων  του ανθρώπου στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου, βλ. το βιβλίο του Εμμ. Ρούκουνα, Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Αθήνα 1995.

[14] European Convention on Human Rights, 1950, and Protocols, European Social Charter, 1961, Charter of Fundamental Rights of the European Union, 2000.

[15]Α. Ι. Σβώλου – Γ. Κ. Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Ερμηνεία – Ιστορία –Συγκριτικόν Δίκαιον, Μέρος Ι, Κράτος και Εκκλησία – Ατομικά Δικαιώματα, Τόμος Α΄, Αθήναι 1954, Τόμος Β΄ Ατομικά δικαιώματα, Αθήναι 1955Το τμήμα αυτό του έργου που μπόρεσε να ολοκληρωθεί, παρά το ότι αποτελούσε ερμηνεία του πιο συντηρητικού Συντάγματος της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, δείχνει τί έχασε από τη μη ολοκλήρωση του η ελληνική νομική επιστήμη –η οποία, άλλωστε, ούτε στο δίτομο αυτό έργο έστρεψε την προσοχή της.

[16]Φιλιπ.. Σπυρόπουλου, Η Ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα-Κομοτηνή 1999, Παν. Παπανικολάου, Μεθοδολογία του Ιδιωτικού Δικαίου και Ερμηνεία των Δικαιοπραξιών, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, Γ. Κασιμάτη, Περί των θεμελιωδών αρχών του Συντάγματος, ΤοΣ 1 (1975), σελ. 5 επ., του ιδίου, Σύνταγμα και κοινό δίκαιο, στο Δημήτρη Τσάτσου (επιμ.) Η ερμηνεία του Συντάγματος, Αθήνα – Κομοτηνή, 1995, σελ. 153 επ., Ronald Dworkin, Taking Rights Seriously, 1978, σελ. 22 επ., 71 επ., 90 επ., Robert Alexy, Theorie der Grundrechte, Suhrkamp 1994, κυρίως σελ. 71 επ., αλλά και σε πολλά άλλα σημεία του έργου από διάφορες σκοπιές. Βλ. ακόμη τη μονογραφική πραγμάτευση του θέματος στη διδακτορική διατριβή του Dilip David Maitra, Regeln und Prinzipien, Berlin 2006, με πλούσια βιβλιογραφία.

[17]Την πιο ολοκληρωμένη αυτή θέση στην ελληνική βιβλιογραφία βλ. στο σημαντικότερο εκπρόσωπο του νομικού θετικισμού στη χώρα μας Αριστόβουλο Μάνεση, Οι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, Ι, Εισαγωγή, Θεσσαλονίκη 1956, σελ. 235 επ. Βλ., όμως, και τη θέση του ιδίου, στο ίδιο έργο, σελ. 248 με σημ. 10 και την εκεί παραπεμπόμενη μονογραφία του σ., για την αρχή “salus rei publicae suprema lex”, η οποία δε συνάγεται από τα συνταγματικά κείμενα (και της οποίας η ισχύς σήμερα αμφισβητείται –κάτω και από την υπερεθνική αντίληψη των άρχων του δικαίου- ως συγκρουόμενη με τη δημοκρατική αρχή).

[18] Βλ K. Larenz, Richtiges Recht, München 1979, σελ.. 23 επ., του ιδίου Methodenlehre der Rechtswissenschaft, 2. Aufl., Berlin – Heidelberg – New York 1969, 460 επ., Robert Alexy, ό.π. σελ. 71 επ., ο οποίος υποστηρίζει τη θέση διάκρισης των δύο εννοιών που αναφέρομε, και παραπέμπει (σελ. 73, σημ. 9), συναινώντας,  στην ίδια μελέτη (Rictigew Recht) του Larenz, Μaitra, ό.π., σελ. 77 επ.. Η θέση αυτή, εφόσον δεν περιορίζεται  για την ερμηνευτική εύρεση του κανονιστικού περιεχομένου των αρχών, σε γραπτή διατύπωσή τους, αλλά εκτείνεται και σε άλλα ιστορικά στοιχεία, είναι η ορθότερη, κατά τη γνώμη μου.

[19]Πολλοί αμφισβητούν την άμεση ισχύ των θεμελιωδών αρχών κατά την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, υποστηρίζοντας ότι προαπαιτείται συγκεκριμενοποίησή τους με κανόνες δικαίου. Νομίζω ότι δεν είναι ορθή η θέση αυτή. Και τούτο, γιατί το ζήτημα της άμεσης ισχύος αρχής του δικαίου αναφέρεται στη δεσμευτικότητα της αρχής απέναντι σε όλα τα όργανα των κρατικών λειτουργιών, π.χ. και στο νομοθετικό όργανο, και στη (διαπλαστική του δικαίου) ερμηνεία εφαρμογής των κανόνων δικαίου, με τη βοήθεια της οποίας μπορεί να αντληθεί από το ευρύτερο περιεχόμενο μιας αρχής το συγκεκριμένο κανονιστικό περιεχόμενο για τη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής, όπως, ανάλογα, και στην άσκηση της διακριτικής (κυβερνητικής και διοικητικής) ευχέρειας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα δημιουργούνταν, για παράδειγμα, σε μια δημοκρατική έννομη τάξη θεσμικά και «δικαιικά» μορφώματα αυταρχισμού, διακρίσεων, αντίθετα προς την αξία του ανθρώπου κ.λπ. Αυτό το absurdum μόνο η αυστηρή εκδοχή του νομικού θετικισμού το υποστηρίζει. Αντίθετος στην άμεση εφαρμογή είναι και ο Larenz, Richtiges Recht, ό.π., σελ. 23. Δέχεται, όμως, ότι ενέχουν κατευθυντήριες σκέψεις. (Βλ. σχετική ανάπτυξη για τη λειτουργία τους στην εύρεση του δικαίου στις παραπεμπόμενες θέσεις).

[20]Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, κυρίως ως προς τις θεμελιώδεις αρχές, τίθεται το ζήτημα φύσης του υπερκείμενου κανόνα (Norm) του βασικού σχήματος που αναφέραμε: Κανόνας (Norm) = Αρχές (Rectsprinzipien) = Kανόνες (Regel). Το ζήτημα αυτό απαιτεί ειδική πραγμάτευση. Προσωρινά μπορούμε να πούμε: ότι η Norm δεν αποτελεί κανόνα δικαίου, αλλά κανόνα ιστορικοπολιτικής φύσης, οπότε το σχήμα δεν ανήκει στο δίκαιο, αλλά στη φιλοσοφία και στη γενική θεωρία γένεσης του δικαίου.

[21] Στην Ελλάδα, στις ελπίδες αυτές στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ο κορυφαίος έλληνας συνταγματολόγος και πολιτικός Αλέξανδρος Σβώλος, ο οποίος ήδη από το Μεσοπόλεμο οραματιζόταν τη μετεξέλιξη της αστικής δημοκρατίας σε μια πραγματική κοινωνική δημοκρατία, όπου την προτεραιότητα θα είχε η αρχή της κοινωνικής ισότητας. Βλ. μελέτη μου: Ο Αλέξανδρος Σβώλος και η εποχή του, Αθήνα 2010, αυτοτελώς και ως συμβολή στη συλλογική μελέτη Αλέξανδρος Σβώλος, τομ. 2, της σειράς «Προσωπικότητες της Πολιτικής και της Επιστήμης», 2009, του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων και με την επιστημονική διεύθυνση Γιώργου Κασιμάτη.

[22]Για το πρώτο αυτό στάδιο υπέρβασης του εθνικού κράτους, βλ. μελέτη μου: Προς μια νέα έννοια κράτους, Το σύγχρονο κράτος και η υπερκέρασή του, στον τόμο εργασιών μου Μελέτες ΙΙ 1980 – 1998, Κράτος και Πολίτευμα, Αθήνα – Κομοτηνή 2000, σελ. 13 επ., ιδίως 36 επ., 45 επ., 50 επ.

[23]Χρησιμοποιώ τους όρους καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό (και τα παράγωγά τους), όχι μόνο γιατί έχουν καθιερωθεί ως όροι και έχουν περάσει στα μεγάλα λεξικά της οικονομικής και της πολιτικής επιστήμης και της ιστορίας των ιδεών, αλλά και γιατί με τη χροιά της κριτικής πολιτικής σκέψης, με την οποία εμπλουτίστηκε, στο πλαίσιο του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος, το οικονομικό του πρώτου και το πολιτικό του δεύτερου εννοιολογικό περιεχόμενο, αποδίδουν σημασιολογικά με καθαρότερη σαφήνεια την κοινωνικοπολιτική τους λειτουργία στο σύστημά μας, όπως εμφανίζεται σήμερα. Με άλλες λέξεις, οι έννοιες «καπιταλισμός» και «ιμπεριαλισμός» δεν περιορίζονται  στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κλάδου της επιστημονικής καταγωγής τους, αλλά έχουν διευρυνθεί επιστημολογικά σε περιεχόμενο διεπιστημονικό που καλύπτει ολόκληρη την πολιτική και κοινωνική λειτουργία τους. Με αυτό τον κριτικό εμπλουτισμό της πολιτικής σκέψης, δεν μένουν αφηρημένοι όροι των αντίστοιχων επιστημονικών κλάδων, αλλά (επιστημονικοί) όροι του πραγματικού σημερινού κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος. Συνεπώς, η χρήση των όρων εδώ δεν έχει σχέση με τις διάφορες σημασίες που απαντούν στη βιβλιογραφία, οι οποίες πολλαπλασιάζονται και με διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς κυρίως του καπιταλισμού (πρώιμος, φεουδαλικός, κρατικός, εμπορικός κ.ά. καπιταλισμός). Μας είναι, τέλος, γνωστός ο δισταγμός της επιστήμης στη χρήση αυτών των όρων. Ωστόσο, θεωρώ ότι ο  δισταγμός αυτός είναι ιδεολογικός και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επηρεάζει την επιστημονική χρήση τους. Για τους ίδιους λόγους προτιμούμε τους λατινικής προέλευσης όρους «λιμπεραλισμός» και «νεολιμπεραλισμός» της δυτικής βιβλιογραφίας από τους εξελληνισμένους «φιλελευθερισμός» και «νεοφιλελευθερισμός».

[24]Πρόκειται για την «United Nations Monetary and Financial Conference» ή «Bretton Woods Conference». Η Συνδιάσκεψη έλαβε χώρα στο ξενοδοχείο Mount Washington Hotel, στην πόλη  Bretton Woods του New Hampshire των ΗΠΑ, στις 1 – 22 Ιουλίου 1944. Συμμετείχαν 730 εκπρόσωποι 44 συμμάχων χωρών.

[25] Αξιοπρόσεκτο ιστορικό γεγονός για την παρακολούθηση της ανάπτυξης της καπιταλιστικής πολιτικής και της αντίστοιχης τάξης νομιμότητας, που θα απέκλινε από την ανθρωποκεντρική νομιμότητα του ΟΗΕ είναι ότι: του Συμφώνου GATT προηγήθηκε, με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών, η ίδρυση, μαζί με τους δύο άλλους οργανισμούς του Woods Bretton, το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, της Διεθνούς Οργάνωσης Εμπορίου (International Trade Organization – ITO), η οποία, παρά το ότι την αποδέχτηκε η πλειονότητα των μελών του, δεν έγινε αποδεκτή από τις ΗΠΑ. Η άρνηση των ΗΠΑ οφειλόταν, ασφαλώς, στο ότι ο εν λόγω Οργανισμός δεν περιελάμβανε μόνο τους κανόνες του ελεύθερου εμπορίου, αλλά και: κανόνες απασχόλησης, περιοριστικούς όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων, επενδύσεων, εμπορευμάτων και άλλους κοινωνικούς περιορισμούς της ελευθερίας της αγοράς.

[26]Παράλληλα με τον οικονομικό  νεοφιλελευθερισμό και με την πολιτική να οικοδομηθεί ένα θεσμικό σύστημα στήριξης και επιβολής του, όπως αυτό που αναφέραμε, αναπτύχθηκε και ο “νομικός νεοφιλελευθερισμός” (Hayet, Nozik κ.ά), που  υποστήριξε θέσεις αυτορρύθμισης κοινωνικών φορέων και ομάδων παράλληλα με τη ρυθμιστική εξουσία του κράτους. Η τάση αυτή στο πλαίσιο της νομικής επιστήμης δεν είναι, ασφαλώς, άσχετη με τον οικονομικό και τον ευρύτερο αστικό λιμπεραλισμό. Πρόκειται, όμως, για νομική θεωρία που δεν έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο της μελέτης μας. Από σκοπιά καθαρά νομικής θεωρίας εξετάζεται ο «νομικός λιμπεραλισμός» στο συλλογικό τόμο των Θ. Κ. Παπαχρήστου, Φ. Βασιλόγιαννη, Τ, Βιδάλη και Α. Τάκη, με Πρόλογο του Αρ. Μάνεση και επιμέλεια του Θ. Κ. Παπαχρήστου, Αθήνα-Κομοτηνή 1991. Οι σκέψεις που αναπτύσσονται  στο συλλογικό αυτό έργο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως εκείνες που επισημαίνουν την τάση του «νομικού φιλελευθερισμού» να μεταφέρει από το κράτος ρυθμιστική εξουσία σε κοινωνικούς φορείς. Η οπτική, όμως, αυτού του έργου είναι περιορισμένη, γιατί αφενός λείπει η πολιτική θεώρησή του ως κατεξοχήν ιδεολογικοπολιτικού φαινομένου και αφετέρου γιατί αντιμετωπίζεται κριτικά κυρίως από τη σκοπιά  και με τα κριτήρια του νομικού θετικισμού.

[27]  Η ονομασία Washington Consensus, που κατέστη όρος οικονομικής πολιτικής, οφείλεται στον οικονομολόγο John Williamson (1990), ο οποίος κωδικοποίησε κάτω από αυτό τον τίτλο τις αρχές οικονομικής πολιτικής οι οποίες επιβάλλονται από τα κέντρα  που αναφέραμε. Είναι χρήσιμο να αναγνώσει κανείς την εν λόγω δέσμη αρχών με την παντελή έλλειψη κοινωνικής πολιτικής για κοινωνική δικαιοσύνη στις κοινωνίες εφαρμογής τους:

       -    Fiscal discipline

-          A redirection of public expenditure priorities toward fields offering both higheconomic returns and the potential to improve income distribution, such as primary health care, primary education, and infrastructure

-          Tax reform (to lower marginal rates and broaden the tax base)

-          Interest rate liberalization

-          A competitive exchange rate

-          Trade liberalization

-          Liberalization of inflows of foreign direct investment

-          Privatization

-          Deregulation (to abolish barriers to entry and exit)

-          Legal security for property rights  property right

-          

[28] Βλ. πιο πάνω σημ. 5

[29]Στην Κύπρο  χρησιμοποιήθηκε ο τραπεζικός θεσμός σε συνδυασμό και με το θεσμό του δανεισμού.

[30]Η όλη δανειακή συμφωνία της Ελλάδας του Μαΐου 2013 αποτελείται από τις εξής τρεις επιμέρους Συμβάσεις: 1) τη «Σύμβαση ∆ανειακής ∆ιευκόλυνσης» μεταξύ της Ελληνικής ∆ημοκρατίας και των λοιπών 16 κρατών-μελών της Ευρωζώνης της 8.5.2010, ποσού 80.000.000.000 € (πρόκειται για το ποσό που ανέλαβαν να καταβάλουν τα δεκαπέντε κράτη-μέλη της Ευρωζώνης –εκτός από το ΔΝΤ), με επτά Παραρτήματα, 2) το «Μνημόνιο Συνεννόησης» μεταξύ της Ελληνικής ∆ημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που ενεργεί για λογαριασμό των κρατών-μελών της Ευρωζώνης της 3.5.2010, το οποίο περιλαμβάνει: α) το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής με τέσσερις Πίνακες, β) το Μνημόνιο στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και τρία Παραρτήματα και γ) το Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης, 3) τη Συμφωνία μεταξύ Ελληνικής ∆ημοκρατίας και ∆ιεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), με την οποία εγκρίνει το δεύτερο τον από 10 Μαΐου 2010 διακανονισμό χρηματοδότησης αμέσου ετοιμότητας από το ∆ιεθνέ́ς Νομισματικό Ταμείο και τη Συμμετοχή της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.

[31]Πρόκειται για τη δικηγορική εταιρεία Slaughter & May, που ενήργησε κατ’ εντολήν των δανειστών και για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και δι’ εξόδων της δανειολήπτριας χώρας. Το πρώτο διεθνές κείμενο σχέσης κρατών που ανατέθηκε σε δικηγορικό γραφείο – και πάλι της Αγγλίας- ήταν το διαβόητο “Σχέδιο Ανάν”.

[32]Οι αναφορές μας στις δανειακές συμβάσεις του Μαΐου του 2010 ισχύουν, mutatis mutandis, για όλες τος δανειακές συμφωνίες των ίδιων συμβαλλομένων που ακολούθησαν τις πρώτες (των οποίων οριστικά κείμενα υπογεγραμμένα δεν έχουν δημοσιευθεί).

[33]Για παράδειγμα, οι δανειστές, με τη χρεοκοπία της Ελλάδας του 1807, διασφαλίστηκαν οι δανειστές με την παραχώρηση των εσόδων από τη μονοπωλιακή εκμετάλλευση των προϊόντων αλάτι, πετρέλαιο και σπίρτα.

[34]Οι όροι αυτοί περιλαμβάνονται στα άρθρα 4 (2) και 14 (5) της Σύμβασης Δανειακής Διευκόλυνσης από 8.5.2010, αντίστοιχα.

[35]Η έλλειψη ενδιαφέροντος των υποκειμένων όλης της πρακτικής του δανεισμού της χώρας, στον οποίο αναφερόμαστε καταδεικνύεται από το γεγονός ότι κανένα όργανο και κανένας φορέας εξουσίας της εν λόγω σχέσης, ούτε από την πλευρά των δανειστών, ούτε από την πλευρά της “Τρόικα”  ως οργάνου εκτέλεσης των συμφωνιών, ούτε από την πλευρά των οργάνων του δανειολήπτη έγινε ποτέ έστω και κάποια νύξη ως προς το ζήτημα της νομιμότητας οποιασδήποτε σχετικής πράξης. Αυτό ενισχύει και η μαρτυρία στη Βουλή, κατά τη συζήτηση (Συνεδρίαση της 12.2.2012)  του ν. 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημόσιου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας» - του λεγόμενου «Β΄ Μνημονίου»- του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και Υπουργού των Εξωτερικών Ευάγγελου Βενιζέλου ότι «στις Βρυξέλλες δεν μπορεί κάνεις να αναφέρει θέμα νομιμότητας». (Της εν λόγω μαρτυρίας αυτήκοος μάρτυς ήταν ο σ. αυτού του πονήματος, που παρευρισκόταν στη Βουλή κατά την αγόρευση του Αντιπροέδρου).

 

 

[36] Υπάρχει επαρκής νομολογία διεθνών δικαστηρίων μέχρι σήμερα, με πρώτη εφαρμογή της αρχής σε ελληνική υπόθεση δανείου, το 1936.

[37]Για την πληθώρα αυτών των παραβιάσεων δικαιωμάτων, βλ. Το πρόσφατο βιβλίο του Κ. Χρυσόγονου, Η Καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των Μνημονίων, Αθήνα 2013.