x
kasimatis
Για επικοινωνία με τη διεύθυνση της Ιστοσελίδας εδώ:
info@kassimatisdimokratia.gr
1
2
3
4
5
ΣΦΗΝΑ 11
Ήρωες της Αντίστασης για την Πατρίδα και τη Δημοκρατία με την Τόλμη, την Αρετή και το Ήθος του Σάκη Καράγιωργα δε σβήνονται από τις πλατείες και τους δρόμους των πόλεων όπως δε σβήνονται από την Ιστορία. Ο Δήμος του Πύργου θέλει να χάσει τη μεγάλη τιμή που του χαρίζει το όνομα Σάκης Καράγιωργας;
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 10
Τα δάκρυα των Προκαθημένων της Χριστιανοσύνης στη Λέσβο για τους πρόσφυγες
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 9
ΣΦΗΝΑ 9 Σφετερισμός συνταγματικής αρμοδιότητας. Ο νόμος για τις άδειες καναλιών κατάφωρα αντισυνταγματικός. Η προκήρυξη θα είναι απολύτως άκυρη και οι άδειες θα είναι ανυπόστατες. Βλ. περισσότερα εδώ
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 8
Έχει ακούσει κανείς να έχει καταργήσει κάποια αστική δημοκρατία ανεξάρτητη επιτροπή ειδικών για διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας; Αυτό έκανε στη «δημοκρατική» Ελλάδα «λαοπρόβλητη» κυβέρνηση «Αριστεράς» με την παύση της λειτουργίας της διεθνούς «Επιτροπής για την Αλήθεια του Δημόσιου Χρέους»!
Βλέπε περισσότερα εδώ
ΣΦΗΝΑ 7
«Το Βήμα» της 18.10.15 περιχαρές: «Ο Τσίπρας διέβη τον Ρουβίκωνα». Σωστά! αλλά και: Η «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ τον Αχέροντα. Ο λαός με το ΟΧΙ μένει όρθιος και αρνείται τον οβολόν του (την Ελλάδα) στο Χάροντα.
Βλέπε περισσότερα εδώ
Η κρίση, η πολιτική της κρίσης και η αντίσταση

1. Εισαγωγικά

Ένα από τα σύμφυτα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής είναι η διαρκώς κυμαινόμενη σχέση του «πολιτικού» και του «ζωικού» στοιχείου της διφυούς φύσης του ανθρώπου ως «πολιτικού» «ζώου», όπως την επισήμανε με διαχρονική μέχρι σήμερα ισχύ ο Αριστοτέλης. Πρόκειται: αφενός για το στοιχείο της συνείδησης του «καλού» και του «κακού» και της αυτοσυνειδησίας ως δυνατότητας γνώσης, ιστορικής διάπλασης και επιβολής του «καλού» και αντίστοιχης καταπολέμησης του «κακού» και αφετέρου για το ζωικό στοιχείο επιβίωσης που λειτουργεί ασυνείδητα. Πρόκειται, δηλαδή, για την υπαρξιακή τραγωδία του «προπατορικού αμαρτήματος» της γνώσης και συνείδησης του καλού και του κακού, που αποχώρησε μεν τον άνθρωπο από τον «παράδεισο» του ζώου, αλλά του επέβαλε ταυτόχρονα την βάσανο του Συσίφου και των Δαναϊδων να επιδιώκει ατελεύτητα την ανέφικτη εγκαθίδρυση του «καλού». Ο αγώνας αυτός, στην ιστορική πορεία της «πολιτικής κοινωνίας» –δηλαδή της κοινωνίας των ανθρώπων, που διακρίνεται με το χαρακτηριστικό του «πολιτικού» από την κοινωνία των ζώων– αποτελεί τη διαλεκτική της ιστορίας. Τα δύο στοιχεία της φύσης του ανθρώπου, το «πολιτικό», που παράγει την ηθική συνείδηση του «καλού», και το ζωικό στοιχείο, που παράγει τη συνείδηση του «κακού», δε χωρίζουν την προσωπικότητα σε δύο φύσεις, αλλά αποτελούν στοιχεία μιας αδιάσπαστης ενότητας ύπαρξης και σε μια διαλεκτική σχέση ιστορικής ροής. Σ’ αυτή τη διαλεκτική σχέση συνύπαρξης και συλλειτουργίας, το «καλό» (το «πολιτικό») και το «κακό» (το «ζωικό») συγκρούονται διαλεκτικά με κυμαινόμενη χωροχρονικά δύναμη το καθένα (ο «γεννήτωρ πόλεμος» του Ηράκλειτου), αυτή δε η «σύγκρουση» συνιστά το ιστορικό γίγνεσθαι, που διαπλάθει στη συνέχεια της ιστορικής ροής το διάδοχο του ιστορικού παρελθόντος μέλλον. Η λογική της ιστορίας μάς βεβαιώνει ότι κάθε νέα γέννα κοινωνικο-πολιτικού συστήματος είναι «καλύτερη» από την προηγούμενη και αποτελεί μέρος της ανοδικής πορείας της εξέλιξης. Αυτή η αξιολόγηση μπορεί λογικά και να αμφισβητηθεί ως μη αποδείξιμη ή θεμελιώσιμη. Ωστόσο, η ιστορία πορεύεται χωροχρονικά προς τα εμπρός και η λογική της ύπαρξης και της ζωής δεν μπορεί παρά να θεμελιώνει πορεία υπέρ της ύπαρξης (και όχι της αυτοκαταστροφής) και υπέρ της καλύτερης ποιοτικά ζωής (του «ευ ζην»).

Αυτή τη λογική έχει αφετηρία και το γεγονός ότι η διακύμανση της δύναμης του ιστορικά διαπλασσόμενου «κακού» δεν καταλήγει σε βιώσιμο αντίστοιχο αποτέλεσμα, αλλά σε παροδικό. Η χωροχρονικά περιορισμένες επικρατήσεις του «κακού», συνιστούν στη συνείδηση του ανθρώπου ιστορικές «ασθένειες» της κοινωνίας, τις οποίες ονομάζομε «κρίσεις». Οι κρίσεις αυτές μπορεί να είναι βραχυχρόνιες ή μακροχρόνιες, είναι πάντως «θνητές». Εδώ αναφερόμαστε στις κρίσεις ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος, όπως είναι σήμερα το λεγόμενο «αστικό» κοινωνικοπολιτικό σύστημα, που εγκαθιδρύθηκε με την «αστική επανάσταση» τον 18ο αιώνα και ισχύει μέχρι σήμερα με τις ίδιες κοινωνικές και πολιτικές βάσεις και αρχές, ενώ το παλαιότερο που διαδέχτηκε ήταν το κοινωνικοπολιτικό σύστημα του μοναρχικού φεουδαλισμού του δυτικού Μεσαίωνα με ριζικά διαφορετικές βάσεις και αρχές.

Η διαλεκτική της ιστορίας συνίσταται από την πάλη του ιστορικά διαπλασσόμενου «καλού» με το επίσης ιστορικό «κακό». Αυτή η πάλη αντιστοιχεί με τις αντίστοιχες ιδιότητες του ανθρώπου: την «πολιτική» της αυτοσυνειδησίας, που επιδιώκει το «καλό» της κοινωνίας, και τη «ζωική», που επιδιώκει ασυνείδητα την επιβίωση του ατόμου-ζώου. Στις κρίσεις παρουσιάζονται μορφές ασύμμετρης εξουσίας του ανθρώπου-ζώου πάνω στην πολιτική ρυθμιστική εξουσία του ανθρώπου, με επικράτηση του «κακού» στη διαλεκτική πορείας. Γι’ αυτό και οι κρίσεις είναι πάντοτε καταστάσεις «ανωμαλίας». Σ’ αυτές τις περιπτώσεις έχομε το φαινόμενο της «αντίστασης» του πολιτικού, ως πηγής του «καλού», κατά του «κακού» της ασύμμετρης εξουσίας του ζωικού στοιχείου, που δημιουργεί καταστάσεις εξουσίασης ανθρώπων, καταστάσεις δουλείας.  

Όταν οι κρίσεις του κοινωνικοπολιτικού συστήματος εμφανίζονται ως ασθένειες κατά την περίοδο που αυτό βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη παιδικής, νεανικής ή και ώριμης ηλικίας, θεραπεύονται από τα «αντισώματα» και με την «ιατρική» της αντίστασης του ίδιου του συστήματος, το οποίο συνεχίζει έτσι την ιστορική του πορεία. Όταν η κρίση συνυπάρχει με τη γήρανση του συστήματος, οδηγεί στην ιστορική μετάβαση, μακράς διαρκείας, προς νέο, διάδοχο κοινωνικοπολιτικό σύστημα με ριζικά αναδιαπλασμένες αρχές, που παίρνουν συνήθως την τελική τους μορφή κατά την τελική φάση της μετάβασης, με βάση τις δυνατότητες συμβίωσης που (θα) παρέχονται στην τότε πολιτική κοινωνία.

Το βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνει την τελική κρίση ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος από τις άλλες παροδικές κρίσεις του είναι η συνεχής παραβίαση από το ίδιο των αρχών νομιμότητας και των βάσεών του και η ανάπτυξη πρακτικών με τις οποίες τρώει τις σάρκες του. Κατά την επιθανάτια αυτή κρίση των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, οι δυνάμεις του «κακού» που τη δημιούργησαν προκαλούν τη βαρύτερη μορφή παρακμής που πλήττει τον άνθρωπο: την άμβλυνση της ευαισθησίας της υγιούς πολιτικής συνείδησης, τον εθισμό στην ασθένεια και τη «συμφιλίωση» με τον εχθρό που την προκαλεί με μόνο σκοπό μια αδρανή και «ήσυχη» παράταση της ζωής του «ζώου». Γενικά, προκαλεί την προϊούσα εξασθένηση και αδυναμία αντίστασης. Στην κοινωνικοπολιτική πράξη βλέπομε αυτή την κατάσταση με πάρα πολλές μορφές: της κατάστασης ανοχής του «κακού», της μοιρολατρικής απάθειας, της καθημερινής ενεργού συμμετοχής στο κακό για επιβίωση ή για κοινωνική «άνοδο» (του «βολέματος»), της ικανοποίησης συμπλεγματικών φιλοδοξιών, της απόκτησης εξουσίας ζώου κ.ά. Αυτή η βαρύτατη μορφή παρακμής ήταν ανέκαθεν προϊόν μακράς διάρκειας defacto καταστάσεων πολιτικής δουλείας και γενικά πολιτικών κρίσεων που δημιουργούσε το ίδιο το καθεστώς κρίσης. Αυτά όλα έχουν επιβεβαιωθεί ιστορικά σε ολόκληρο τον πλανήτη, η δε ιστορία του ελληνισμού τα έχει βιώσει σε όλες τις μορφές τους κατά τα τετρακόσια χρόνια της δουλείας του («ραγιαδισμός»).

Θα με ρωτήσετε δικαιολογημένα, γιατί σας τα λέω όλα αυτά. Και, μάλιστα, θα πρέπει να με ρωτήσετε με επίσης δικαιολογημένη δυσαρέσκεια, γιατί αρχίζω με τα δύσκολα, δηλαδή τα θεωρητικά. Δεν θέλω, φυσικά, να κάνω μάθημα στους αναγνώστες αυτού του σύντομου δοκιμίου ή να τους αναπτύξω θεωρία ιστορίας, πολιτικής φιλοσοφίας και πολιτικής επιστήμης. Το κάνω για θεμελίωση και για καλύτερη κατανόηση και κριτική των όσων θα ακολουθήσουν στα επόμενα. Για καλύτερη κατανόηση των σκέψεών μου και του του σκοπού της κατάθεσής τους, θα πρέπει, ίσως, ο αναγνώστης, μετά το τέλος του κειμένου να επανέλθει στα παραπάνω, για μια βαθύτερη μελέτη του φαινομένου των όσων περιλαμβάνει το μικρό αυτό δοκίμιο. Τις λίγες εισαγωγικές αναφορές μου, που φαίνονται, ίσως, δυσνόητες σε πολλούς, τις στηρίζω στην πάγια παγκόσμια γνώση του ανθρώπου, την οποία, οι κάθε είδους κακοποιοί της σκέψης δεν επιθυμούν να τη συζητούν, αλλά θέλουν να την παρακάμπτουν και να τη θεωρούν ανύπαρκτη, διαιωνίζοντας την πολιτική του σκοταδισμού, η οποία δεν είναι άλλη από την πολιτική της εξουσίας της κρίσης.

2. Η πολιτική της κρίσης: Η «ομαλοποίηση της ανωμαλίας»

Η πολιτική της κρίσης είναι βασικά η πολιτική που διαμορφώνει και ασκεί η εξουσία της κρίσης. Η εξουσία αυτή, όπως ήδη επισημάναμε με άλλες λέξεις, στηρίζεται στη φύση των συμφερόντων που παράγει το γερασμένο καθεστώς και επιδιώκει τη διατήρησή του ή/και την εκμετάλλευση της κρίσης του για την ενίσχυση και τη δύναμη επιβολής της ιδίας. Για τον δεύτερο αυτό σκοπό της τρώει τις σάρκες του συστήματος, παραβιάζοντας τις αρχές νομιμότητάς του. Η βασική μέθοδος επιδίωξης αυτού του σκοπού είναι η εκτός νομιμότητας δημιουργία και επιβολή defactoκοινωνικοπολιτικών καταστάσεων, που απομυζούν όλες τις αναπτυξιακές δυνάμεις της κοινωνίας, εκτρέφουν την εξουσία και ταυτόχρονα καταστρέφουν τις δυνάμεις εκείνες της ανάπτυξης της ποιότητας της κοινωνικής ζωής που της είναι εμπόδιο.

Τα μέσα τεχνικής δημιουργίας και επιβολής των defacto καταστάσεων είναι πολλά. Τα μέσα αυτά, με βάση το οικονομικό και θεσμικό σύστημα που ισχύει, είναι στα χέρια των φορέων της εν λόγω εξουσίας, δηλαδή των κακοποιών του πολιτισμού, οι οποίοι τα χρησιμοποιούν για την «πολιτική» της κρίσης. Η πολιτική αυτή, με τη μέθοδο δημιουργίας ψυχολογικού τρόμου, ο οποίος εύκολα σήμερα προκαλείται με τα ΜΜΕ, διαπλάθει defacto καταστάσεις παραβίασης των θεμελιωδών αρχών προστασίας της αξίας του ανθρώπου και γενικά του πολιτισμού, οι οποίες επιτυγχάνουν να παραλύσουν κάθε δύναμη αντίστασης, να δημιουργούν καταστάσεις ανοχής και συμφιλίωσης του υπόδουλου λαού με τα δεινά της δουλείας και να διασφαλίζουν στο καθεστώς της κρίσης ανενόχλητη και απρόσκοπτη επιβολή. Η εν λόγω δόλια πολιτική εμφανίζεται συχνά με τη φενάκη της δημιουργίας κοινωνικής συναίνεσης, κοινωνικής ειρήνης, συνεργασίας των λαών και γενικά της ομαλότητας της κοινωνικής συμβίωσης του ακρωτηριασμένου ανθρώπου στην υπόδουλη πολιτική κοινωνία. Παράλληλα, έχομε και την ηθικά πολύ βαρύτερη μορφή πολιτικής, την «πολιτική φαυλότητας», την οποία παρουσιάσαμε συνοπτικά σε άλλη θέση[1] και η οποία υπηρετεί την εφαρμογή της βασικής πολιτικής δουλείας που περιγράψαμε. Πρόκειται για την πολιτική δημιουργίας φαύλων καταστάσεων και καταστάσεων διαφθοράς και μέσα από αυτές φαύλων προσωπικοτήτων, για να τις «κρατάνε» και να τις χρησιμοποιούν ως στελέχη της εν λόγω πολιτικής. Η «πολιτική» αυτή με όλες τις μορφές αυτής της «πολιτικής» αποτελούν, αναμφίβολα, «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Και τούτο, γιατί πράγματι τελείται συνειδητά για τη διαιώνιση της υποδούλωσης του ανθρώπου από συγκεκριμένα μορφώματα δυνάμεων εξουσίας, που είναι γνωστά και έχουν αποκτήσει defacto κοινωνικοπολιτική δύναμη και ισχύ.

Εδώ ειδικότερα θα περιγράψομε την πολιτική της «ομαλοποίησης της ανωμαλίας», που αποτελεί βασική μορφή της «πολιτικής της κρίσης». Για να κατανοήσομε την έννοια της εν λόγω «πολιτικής», θα πρέπει να διακρίνομε την έννοια της «ομαλοποίησης» από την έννοια της «ομαλότητας», που αναφέρεται στην ομαλή λειτουργία του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, στη λειτουργία με βάση τις ιστορικές αρχές του. Όπως ήδη επισημάναμε, η κατάσταση αρμονίας που επικρατεί στην κοινωνική συμβίωση και στη ζωή που βιώνει στη συνείδησή του ο άνθρωπος μέσα στο νέο και ζωντανό κοινωνικοπολιτικό σύστημα μετά τη δημιουργία και εδραίωσή του από το ιστορικό γίγνεσθαι έχει τη μορφή της «ομαλότητας» της κοινωνικής ζωής, χωρίς τις ταραχές που παρουσιάζονται ως ανωμαλία. Πρόκειται για την έλλογη συνείδηση του δημιουργήματος για την επιβίωση της δημιουργίας μετά την έλλογη συνείδηση και συμμετοχή στον ηρακλείτειο πόλεμο της δημιουργίας. Και οι δύο όψεις είναι οι διαδοχικές μορφές της αρμονίας της ιστορικής ροής. Η «ομαλοποίηση», αντίθετα, δεν είναι φαινόμενο της διαλεκτικής της δημιουργίας, αλλά της νέκρωσης του παλαιού για την ιστορική έναρξη του νέου. Κατά το στάδιο αυτό της διαλεκτικής λειτουργίας της ιστορίας, οι τελικές δυνάμεις επιβίωσης του γερασμένου κοινωνικοπολιτικού σώματος κατασκευάζουν defacto άναρχες και απάνθρωπες καταστάσεις εκμετάλλευσης των υλικών πηγών ζωικής τροφής, ενισχύοντας τις δυνάμεις καταστολής και εξασφαλίζοντας έτσι την παράταση της άρρωστης ζωής του. Η «ομαλοποίηση της ανωμαλίας», ως εσωτερικά αντιφατική και παράλογη κατάσταση, δε βοηθά, όπως ξέρομε από παλαιότερες εποχές ιστορικών μεταβολών, παρά μόνο στην παράταση της σήψης και της επιθανάτιας ανθρώπινης τραγωδίας του παλαιού συστήματος εξουσίας. Οι δυνάμεις αντίστασης που μένουν σε λανθάνουσα κατάσταση και σε λίγες ορατές μορφές είναι οι δυνάμεις της συνέχισης της γενετικής διαλεκτικής του ιστορικού γίγνεσθαι.

Η «πολιτική της ομαλοποίησης της ανωμαλίας» που ασκείται σήμερα ως βασικός άξονας της σημερινής πολιτικής της κρίσης έχει σχετικά μακρά προϊστορία. Οι καταβολές της ανάγονται στους δύο βασικούς νόμους της ύπαρξης, που είναι και νόμοι της διαλεκτικής της ιστορίας, του νόμου της κίνησης προς τα εμπρός και του νόμου της φυσικής πέδησης που οριοθετούν την πρώτη μορφή ενέργειας. Στο ιστορικό γίγνεσθαι οι δύο αυτοί νόμοι είναι γνωστοί με το όνομα της προόδου και με το όνομα της συντήρησης. Και οι δύο είναι απαραίτητοι για την αρμονία της ύπαρξης. Η λειτουργία των νόμων αυτών σύμφωνα με τον φυσικό προορισμό τους αποτελεί ομαλότητα –δεν αποτελεί «ομαλοποίηση, η οποία, όπως θα διευκρινίσομε αμέσως πιο κάτω, αποτελεί πολιτική που στοχεύει τη συντήρηση της ανωμαλίας. Ωστόσο, οι υπερβάσεις των εν λόγω νόμων, κατά τη διαλεκτική πορεία του ιστορικού γίγνεσθαι, δημιουργούν τεράστιες κοινωνικές ανωμαλίες. Όπως οι υπερβάσεις της προόδου οδηγούν σε ακραίες μορφές ανιστόρητων καταστάσεων και ακραίων κοινωνικών ανωμαλιών, έτσι και οι υπερβάσεις της φυσιολογικής συντήρησης οδηγούν σε πολιτικές σήψης του ιστορικά γερασμένου παλαιού καθεστώτος με τεράστιες ανωμαλίες και εκτεταμένες καταπτώσεις της κοινωνικής ζωής. Η συντήρηση της γήρανσης γίνεται με την πολιτική της σήψης (πολιτική της διαφθοράς και της παραβίασης των αρχών νομιμότητας και κοινωνικής ηθικής) και με την πολιτική δημιουργίας defacto άνομων καταστάσεων μακράς ισχύος και δύναμης επιβολής και με την παράλληλη πολιτική του φόβου. Αυτή είναι η «πολιτική της ομαλοποίησης της ανωμαλίας», που ζούμε σήμερα. Η πολιτική αυτή παρουσιάζεται ως πολιτική κοινωνικής συνεργασίας, κοινωνικής συναίνεσης και πολιτική ομαλότητας. Γι’ αυτό ακριβώς επιλέξαμε το όνομα «ομαλοποίηση της ανωμαλίας»: όχι μόνο για το ότι αποτελεί σκόπιμη κατασκευή, αλλά και ψευδεπίγραφη πολιτική.

Συγκεκριμένα, οι defacto καταστάσεις της τελικής κρίσης του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, σε πρώτη φάση, καταστέλλουν τις δυνάμεις αντίστασης του γερασμένου συστήματος, ενώ παράλληλα οι δυνάμεις επιβίωσης του «ζώου» που αναπτύσσουν ενισχύουν τη δύναμη της επιβίωσης και της καταστολή της αντίστασης. Οι δυνάμεις κρίσης, οι οποίες, παρακάμπτοντας τις αρχές νομιμότητας, τις παράγουν για την παράταση της επιβίωσής τους, μετουσιώνοντάς τις συγχρόνως σε πολιτική καταστολής των δυνάμεων αντίστασης της πολιτικής κοινωνίας. Η «κατασκευή» των defacto καταστάσεων, με άλλες λέξεις, δεν περιλαμβάνει μόνο τη συνειδητή πολιτική δημιουργίας αντικοινωνικών καταστάσεων για την ενίσχυση της παράνομης εξουσίας, αλλά και την πολιτική παράλυσης των δυνάμεων αντίστασης.

Το βασικό μέσο των defacto καταστάσεων των τελικών κρίσεων είναι η κατάλυση της ελευθερίας του ανθρώπου ως μέλους της πολιτικής κοινωνίας και η υποκατάστασή της με την α-κοινωνική ελευθερία της εξουσίας και την εκμηδένιση της κοινωνικής ισότητας ως αρχής. Γι’ αυτό και βλέπομε να καταλύονται όλες οι μορφές και πηγές της αστικής ελευθερίας, που διακήρυξε η αστική επανάσταση: η ελευθερία της προσωπικότητας, της εργασίας, της παραγωγής αγαθών, του ανταγωνισμού, της ιδιοκτησίας, των λαών κ.λπ. και να μεταβάλλονται σε άναρχη ελευθερία του κεφαλαίου. Αυτή η κατάλυση της ελευθερίας συμπλέει με την κατάλυση των βασικών κανονιστικών αρχών της πολιτικής κοινωνίας και γενικά της ανθρώπινης συμβίωσης και της αξίας του ανθρώπου. Σήμερα οι αρχές: της κυριαρχίας του εθνικού κράτους και των λαών, της αξίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της δημοκρατίας, της πολιτικής ελευθερίας και των βάσεων του πολιτισμού έχουν καταλυθεί και υποδουλωθεί στη δύναμη του κέρδους. Αυτό είναι διεθνές φαινόμενο, το οποίο θα δούμε στα παραδείγματα της ελληνικής κρίσης. Στο επίπεδο αυτό και ιδιαίτερα στο επίπεδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπου η διαφορά είναι κραυγαλέα, οι defacto, εκτός κανόνων δικαίου και κοινωνικού ήθους, καταστάσεις ασκούν στους διάφορους λαούς τις ίδιες επιδράσεις χαλάρωσης των δυνάμεων αντίστασης των κοινωνιών: στο Τύπο, στις κινητοποιήσεις της κοινωνίας, στη στάση της διανόησης, στους επαγγελματίες, στην πολιτικής. Παντού η σήψη των αξιών και η παρακμή.

Πίσω από αυτά τα συμπτώματα της βαθιάς κρίσης του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος βλέπομε να ορθώνονται και οι εστίες-φορείς της άναρχης αυτής εξουσίας υποδούλωσης του ανθρώπου: Η παγκοσμιοποιημένη οικονομική εξουσία και οι πλανητικές πολιτειακές υπερδυνάμεις, που σε συνεργασία επιβάλλουν την υπερεθνική κοινωνική και την υπερεθνική γεωπολιτική εξουσία υποδούλωσης των λαών. Η προοδευτική αυτή παγκοσμιοποίηση της εξουσίας υποδούλωσης καταργεί προοδευτικά τη μορφή υποδούλωσης των λαών με πολεμική κατάκτηση των χωρών τους, καθώς και την πολιτική σημασία των διαφόρων μορφών διεθνών σχέσεων των εθνικών κρατών (συμμαχίας, φιλίας, έχθρας κ.ά.).

Όσον αφορά στις defacto καταστάσεις της κρίσης και της παρακμής, εξαπλώνονται σε μεγάλες πλανητικές περιοχές ή και σε παγκόσμια έκταση, χάνουν την ταυτότητα καταγωγής και αποκτούν υπερεθνικό χαρακτήρα‧ είναι κοινωνικές και πολιτισμικές, καθώς και πολιτικές με υπερεθνική επιβολή. Οι κοινωνικές και πολιτισμικές επιρροές ασκούνται και επιβάλλονται τελικά με τα σημερινά μέσα παγκόσμιας επικοινωνίας, αξιοποιώντας την ασυνείδητη μιμητική ικανότητα του ζώου, που έχουν οι κοινωνίες. Έτσι, δημιουργείται ο πολιτισμός της παρακμής ο οποίος είναι πολιτισμός πολύ χαμηλού επιπέδου ποιότητας, είναι ο πολιτισμός της αγέλης. Ο πολιτισμός αυτός, έχοντας τη δύναμη της κοινωνικής πλειονότητας, καταλύει τους πολύ ανώτερους πολιτισμούς με κοινωνική ταυτότητα και δηλητηριάζει το έδαφος για παραγωγή νέων. Ο «πολιτισμός» αυτός της παρακμής και ο πολιτικός «πολιτισμός» επίσης της παρακμής αλληλοεκτρέφονται και αναπτύσσονται στη σταθερή πορεία της ιστορίας της μετάβασης. Ο πρώτος, χαλαρώνοντας και αποδυναμώνοντας τις δυνάμεις δημιουργίας και ανάπτυξης της ποιότητας ζωής, αφήνει το ενσαρκωμένο στον άνθρωπο ζώο να αναπτύξει όλες τις δυνάμεις εξουσίας και επιβολής. Ο δεύτερος, διαβρώνοντας και καταστέλλοντας τις πηγαίες δυνάμεις της προσωπικότητας του ανθρώπου, εκτρέφει και αναπτύσσει τον πρώτο με τη δύναμη της υπερεθνικής οικονομικής πολιτικής και πλανητικής γεωπολιτικής εξουσίας. Και οι δύο λειτουργούν και συνεργάζονται αξεδιάλυτα στις defactoκαταστάσεις της κρίσης. Η κατάσταση αυτή στο υπερεθνικό επίπεδο αποτελεί πια την ομπρέλα και τη βάση των επιμέρους defactoκαταστάσεων, η οποία καταλύει προοδευτικά –αυτό αποτελεί πολιτική των υπερεθνικών οικονομικών και γεωπολιτικών δυνάμεων– την ταυτότητα και την ίδια την υπόσταση των πολιτικών κοινωνιών και των αντίστοιχων πολιτειών. Τα παραδοσιακά εθνικά κράτη και οι λαοί του βρίσκονται σήμερα στην κατάσταση δουλείας, χωρίς πραγματική κυριαρχία, αλλά με προοδευτική κατάλυση της ιστορικής και πολιτισμικής τους ταυτότητας και με την ολοκληρωτική απογύμνωσή τους από τις πηγές της αξιοπρεπούς διαβίωσης των ανθρώπων που τα συνιστούν και της αυτοδύναμης κοινωνικής ανάπτυξής τους.

3. Η κρίση και η πολιτική της κρίσης στην Ελλάδα

   Βασικά παραδείγματα

 

Η παγκόσμια κρίση του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος έπληξε την Ελλάδα πολύ βαθύτερα και με πολύ τραγικότερες συνέπειες από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αυτό οφείλεται στις χρόνιες ιστορικές αδυναμίες της νεότερης Ελληνικής Πολιτείας, που δημιούργησε τα παντοειδή ελλείμματα των δυνάμεων αντίστασης απέναντι στη βουλιμία των νέων υπερεθνικών κέντρων εξουσίας και την αθλιότητα της πολιτικής σκέψης και πράξης, που οδηγεί στην εξάρτηση χωρίς τέλος. Τα σύνδρομα της κρίσης που επισημάναμε πιο πάνω, ιδίως την πολιτική δημιουργίας defacto καταστάσεων και «ομαλοποίησης της ανωμαλίας», τα ζούμε σήμερα στην καθημερινή πραγματικότητα, αλλά με εντελώς εξασθενημένα πολιτικά αισθητήρια. Τα παραδείγματα απάνθρωπης επιβολής των υπερεθνικών δυνάμεων της κρίσης στο σώμα και στον πολιτισμό της χώρας μας είναι εύγλωττα και ηχηρά. Φωτίζουν ολοκάθαρα την πολιτική και τους στόχους που εκτρέφονται στους κόλπους της βαθιάς αυτής κρίσης. Γι’ αυτό θεωρούμε σκόπιμο να τα βγάλομε από την προϊούσα απώλεια των αισθήσεών μας και να αντικρίσομε με ανοιχτά μάτια τις μορφές και τους τρόπους επιβολής των defacto άνομων καταστάσεων και την τραγική μορφή της «ομαλοποίησης» στον Ελληνικό Λαό, του οποίου οι δυνάμεις αντίστασης του σώματος και της σκέψης προοδευτικά παραλύουν και μετουσιώνονται σε στάση συμφιλίωσης. Ας έλθομε, λοιπόν, σε ό,τι συμβαίνει στην πολιτική κοινωνία της Ελλάδας κατά τα τελευταία χρόνια:

α. Τα Κυπριακό Ζήτημα.

Είναι γνωστό –κάτι που το έχομε υποστηρίξει επανειλημμένα– ότι το Κυπριακό Ζήτημα δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά το μεγάλο εθνικό πρόβλημα της γεωπολιτικής ύπαρξης της Ελλάδας. Και τούτο, όχι για εθνικιστικούς λόγους (μεγαλοϊδεατικούς, επεκτατικούς ή στενά σοβινιστικούς), αλλά με βάση τη θεμελιώδη αρχή του σύγχρονου διεθνούς δικαίου: της προστασίας της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας ενός λαού, καθώς και των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων του λόγω της γεωπολιτικής σημασίας και του πλούτου της ευρύτερης περιοχής, που συνδέονται ιστορικά μαζί του. Η ιστορική ταυτότητα του κυπριακού λαού δίνει σ’ αυτόν με βάση το διεθνές δίκαιο το δικαίωμα να αποτελεί ανεξάρτητη πολιτεία‧ ένα δικαίωμα το οποίο απέκτησε με τον γνωστό απελευθερωτικό αγώνα του. Αυτός ο Αγώνας οδήγησε στην ίδρυση του ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους με το όνομα Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι γνωστή η αγγλική επικυριαρχία της Κύπρου από την εποχή της αποικιοκρατικής κοσμοκρατορίας της τότε Μ. Βρετανίας μέχρι την απελευθέρωσή της που κατέκτησε με τον απελευθερωτικό αγώνα του λαού της και την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους του Ο.Η.Ε, ως κυρίαρχου κράτους. Ο λαός της ανεξάρτητης πια Κυπριακής Δημοκρατίας, αποτελούμενος κατά το μεγαλύτερο ποσοστό από τους Ελληνοκυπρίους και κατά το μικρότερο ποσοστό από τους Τουρκοκυπρίους, καθώς και από άλλες μικρές μειονότητες είχε συνείδηση κοινής ιστορίας και γι’ αυτό αποτέλεσε εθνικό κράτος με ενιαία κυριαρχία. Η πολιτική θέση που αναφάνηκε κατά τα πρώτα βήματα της απελευθερωμένης Κύπρου, να ενσωματωθεί με την Ελλάδα με βάση τη συντριπτική πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων, που ανταποκρινόταν και στο στοιχείο της έννοιας του έθνους, τη συνείδηση, δηλαδή, κοινού πολιτισμού που είχε το μεγάλο μέρος του κυπριακού λαού, δεν επικράτησε ιστορικά. Γνωρίζομε, άλλωστε, ότι επίσημα η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών δεν εφαρμόστηκε ποτέ με πρωτοβουλία του ΟΗΕ.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση του κυπριακού λαού από την αγγλική επικυριαρχία και με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου, απόκτησε πλήρη διεθνή νομιμοποίηση κυρίαρχου εθνικού κράτους, έγινε μέλος του ΟΗΕ με παγκόσμια αναγνώριση και με πλήρη στήριξη τόσο της Δύσης όσο και όλων των κρατών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» –και μάλιστα κατά την εποχή της σκληρότερης φάσης του «ψυχρού πολέμου» μεταξύ των δύο αντίπαλων δυνάμεων του πλανήτη. Για να ανατραπεί αυτή η νομιμότητα της κυριαρχίας του ανεξάρτητου κράτους, προκλήθηκε η γνωστή παράνομη defacto κατάσταση της παράνομης τουρκικής εισβολής και κατοχής σημαντικού μέρους του εδάφους της Κύπρου. Η defacto αυτή κατάσταση προκλήθηκε, όπως είναι γνωστό, από τις ενδιαφερόμενες μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία, ΗΠΑ) με εγκατάσταση της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα, με την ανατροπή και εκδίωξη του Μακαρίου και με την εγκατάσταση δικτατορίας στην Κύπρο. Από τότε παραμένει μέχρι σήμερα ενεργός η παράνομη κατοχή, όχι μόνο με τη μορφή παράνομου μορφώματος αυταρχικού καθεστώτος επιβολής, αλλά και ως καθεστώς διαρκούς τέλεσης ενός από τα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, βαρύτερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τον εποικισμό Τούρκων, με σκοπό την εξαφάνιση των ιστορικών στοιχείων ταυτότητας του γηγενούς λαού της περιοχής, με την αλλοίωση της συνείδησης της ιστορικής ταυτότητας του λαού και την κατάλυση της κυριαρχίας της Δημοκρατίας της Κύπρου. Ενώ, μάλιστα, κατέστη ακολούθως και ισότιμο κυρίαρχο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά ταύτα οι ίδιες Δυνάμεις συντηρούν την παράνομη κατοχή και τον παράνομο εποικισμό και επιδιώκουν να «νομιμοποιήσουν» με παράνομες διεθνείς πράξεις και συμφωνίες την κατάλυση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό πάντοτε την πλήρη και οριστική χειραγώγηση της Κύπρου για τον πλήρη γεωπολιτικό έλεγχο της περιοχής. Η επίσημη πράξη αυτής της «πολιτικής» ήταν το διαβόητο «Σχέδιο Ανάν», που φέρει την υπογραφή του Γ. Γραμματέα του ΟΗΕ και αποτελεί το μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας επίσημα υπογεγραμμένο σχέδιο διεθνούς συμφωνίας, για την εγκαθίδρυση μορφή κράτους χωρίς κυριαρχία και με παραβίαση όλων των αρχών νομιμότητας του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Μετά τη σθεναρή απόκρουση του «Σχεδίου Ανάν», από τον κυπριακό λαό με την ηγετική καθοδήγηση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Τάσου Παπαδόπουλου, η γεωπολιτική προσπάθεια κατάλυσης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση τη «νομιμοποίηση» της defacto κατάστασης που επιβλήθηκε παράνομα συνεχίζεται.

Η μακροχρόνια επιβολή της παράνομης κατοχής και της προσβολής της εθνικής κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έμεινε απλά στο τυπικό επίπεδο των κυβερνήσεων και της διεθνούς κοινότητας. Έχει αλλοιώσει τόσο την πολιτική των κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας όσο και την πολιτική συνείδηση των λαών των δύο χωρών: Οι περισσότερες πολιτικές ηγεσίες των δύο χωρών, μη έχοντας τη δύναμη θέλησης του ηγέτη μιας κυρίαρχης πολιτείας, συμβάλλουν συνεχώς με συμβιβασμούς και με συμπλεύσεις στην πορεία της κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τον κοντόφθαλμο μικροπολιτικό στόχο της διατήρησης της εξουσίας τους, μεταφέροντας αυτό το πνεύμα ραγιαδισμού και στον λαό. Ο λαός, από την πλευρά του, τυφλώνεται από την πολιτική προπαγάνδα και αφενός στοχεύει ως κύριο και μοναδικό εχθρό της κυριαρχίας του το μίσθιο όργανο κατάλυσης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβλέποντας τους πολιτικούς αυτουργούς, αφετέρου συμβιβάζεται με όποια λύση για την επιβίωσή του.

β. Η δανειακή υποδούλωση της Ελλάδας ( το καθεστώς των «Μνημονίων»)

Το δεύτερο παράδειγμα επιβολής defacto παράνομου καθεστώτος με ουσιαστική κατάλυση της κυριαρχίας του κράτους είναι οι Συμφωνίες Δανεισμού της Ελλάδας από το 1910 και εδώ (οι οποίες ονομάστηκαν, σκόπιμα για παραπλάνηση, «Μνημόνια»). Οι Συμφωνίες αυτές, οι οποίες συνήφθησαν επίσημα με υπογραφή των κυβερνήσεών μας και των κυβερνήσεων των δανειστών, παραβιάζουν όλες τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του διεθνούς δικαίου (Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, των Διεθνών Συνθηκών προστασίας της Αξίας και των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της Δημοκρατίας και της Κυριαρχίας των Κρατών, της Συνθήκης της Βιέννης του 1969, καθώς και των Συνθηκών και των Συνταγμάτων των κρατών μελών της ΕΕ), είναι ανυπόστατες, αλλά εφαρμόζονται ως νόμιμες αδιαλείπτως μέχρι σήμερα. Οι συνθήκες αυτές είναι οι μοναδικές στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι οποίες με την υπογραφή φυσικών προσώπων που εκπροσωπούν κυρίαρχο κράτος περιέχουν τους όρους: παραίτηση «αμετακλήτως και άνευ όρων» από τις «ασυλίες» (εγγυήσεις) του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων της εθνικής κυριαρχίας, καθολική δέσμευση υπέρ των δανειστών του συνόλου της σημερινής και μελλοντικής περιουσίας της Ελλάδας, την πλήρη δέσμευση της οικονομικής πολιτικής της Χώρας και την υποκατάσταση του κυριαρχικού δικαιώματος να αυτοκυβερνάται με καθολικό οικονομικό πρόγραμμα που κατασκευάζουν οι δανειστές, το οποίο, μάλιστα, έχουν διαρκές δικαίωμα να μεταβάλλουν με βάση τα συμφέροντά τους! Αυτό το πρόγραμμα περιέχει υποχρεωτικό σύστημα εκποίησης κρατικής περιουσίας σε επιλεγόμενα από αυτούς αλλοδαπά νομικά πρόσωπα με όρους διαδικασίας εκποίησης και διάθεσης του τιμήματος που επίσης καθορίζουν οι ίδιοι οι δανειστές, χωρίς να τηρούνται οι νόμιμοι όροι διεθνούς διαγωνισμού και ανταγωνισμού. Περιέχει επίσης λεπτομερές πρόγραμμα αυστηρότατης και απάνθρωπης κοινωνικά λιτότητας, με σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου για αξιοπρεπή διαβίωση. Δεν επιτρέπεται, τέλος, από τους δανειστές κανένας έλεγχος και καμιά ένσταση νομιμότητας. Ενώ, όμως, ομολογήθηκε από επίσημα χείλη των δανειστών και επισημάνθηκε επανειλημμένα από έγκυρη γραφίδα επώνυμων σε παγκόσμιο επίπεδο οικονομολόγων ότι, αυτό τον δανεισμό, διαπράχθηκαν σοβαρά λάθη οικονομικής επιστήμης, των οποίων συνέπεια ήταν οι σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της εθνικής κυριαρχίας, ωστόσο δεν ετέθη καν ζήτημα ευθυνών με βάση τα εθνικά δίκαια και των δύο μερών, το ευρωπαϊκό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο, ούτε από τις ελληνικές κυβερνήσεις ούτε, φυσικά, από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Αντίθετα μάλιστα, παρά την επίσημη αναγνώριση των «λαθών», δεν έγινε καμιά διόρθωση, αλλά η εφαρμογή των λανθασμένων όρων των παράνομων «συμφωνιών» συνεχίζεται.

Η πολυετής αυτή defacto ολοκληρωτική και αντίθετη προς κάθε αρχή νομιμότητας υποδούλωση του ελληνικού λαού, η οποία πλησιάζει τη δεκαετία, παρουσιάζει τα εξής φαινόμενα «ομαλοποίησης»:

α) Καταπράυνση της αγανάκτησης και σταδιακή καταστολή της αντίστασης και των αυθόρμητων κινητοποιήσεών της κατά τα αρχικά στάδιά της.

β) Στο κοινωνικό πεδίο: «σιωπή» μελαγχολικής απογοήτευσης με τάσεις απόσυρσης από τη δημόσια ζωή, τη ζωή του πολίτη, την κοινωνική ψυχολογική απομόνωση μέχρι και αυτοκτονικά φαινόμενα. Στο πολιτικό πεδίο: πλήρης επικράτηση της πολιτικής δουλείας, της πολιτικής συμβιβασμού και της διαρκούς ανανέωσής της με νέες ιδρύσεις κομμάτων και νέους «πολιτικούς». Στο ευρύτερο πεδίο της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας: συμφιλίωση όλων των ζωτικών δυνάμεων της χώρας και ανάπτυξη συνεργασίας με το σύστημα υποδούλωσης‧ ταυτόχρονα εγκατάλειψη κάθε ενδιαφέροντος για κάθε μορφή κοινωνικής δράσης και ενδιαφέροντος για τα δημόσια πράγματα, για το κοινό συμφέρον, για το συμφέρον του λαού και της πατρίδας που ανήκομε και για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό και, τέλος, με πλήρη επιστροφή στην ιδιωτικότητα και στον ατομισμό για τη ζωώδη ατομική επιβίωση και καλή διαβίωση.

γ) Μοιρολατρία, αυτό-ενοχοποίηση και αυτοκαταδίκη (με τις φράσεις: «δεν μπορούμε να κάνομε διαφορετικά», φταίμε εμείς και το παρελθόν μας) απέναντι στη θηριωδία της άλογης εξουσίας και στα όργια καταστροφής κάθε μορφής πολιτισμού, κάθε αγαθού και αξίας που απόκτησε ο άνθρωπος με αγώνες αιώνων.

γ. Το Μακεδονικό Ζήτημα

Το Μακεδονικό Ζήτημα, όπως είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο, αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και ταυτότητας της Ελλάδας. Όπως είναι γνωστό, δημιουργήθηκε εξαρχής και εξακολουθεί να τίθεται μέχρι σήμερα αποκλειστικά για γεωπολιτικούς σκοπούς. Οι γεωπολιτικοί αυτοί σκοποί συνίσταντο στην επέκταση κυριαρχίας ή επικυριαρχίας πάνω στην περιοχή της πανάρχαιης ελληνικής Μακεδονίας με απόσπασή της από την εδαφική ταυτότητα της Ελληνικής Επικράτειας, της οποίας αποτελεί ανέκαθεν εθνικά, ιστορικά και πολιτισμικά αναπόσπαστο μέρος. Οι βαθύτερες ρίζες του βρίσκονται στην πολιτική του «Πανσλαβισμού», εκδηλώθηκε, όμως, με πολιτική δράση από τις παραμονές της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τους βαλκάνιους Σλάβους και κυρίως από του Βουλγάρους, για την κληρονομιά της περιοχής με έξοδο στο Αιγαίο. Από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και τον οριστικό καθορισμό των συνόρων της νεότερης Ελλάδας, που απέκλεισε τις σλαβικές βαλκανικές χώρες από το Αιγαίο, ο στόχος συγκεκριμενοποιήθηκε σε βουλγαρική και ευρύτερα σε νοτιοσλαβική γεωπολιτική επέκτασης και εξόδου στο Αιγαίο των εν λόγω χωρών, με αφανή ή εμφανή υποστήριξη και της κοιτίδας του «Πανσλαβισμού», της Ρωσίας. Κατά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση, γνωρίζοντας ότι στη διανομή της Ευρώπης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων συμμάχων και στο εξής σκληρών αντιπάλων του «ψυχρού πολέμου» η Ελλάδα περιερχόταν στην επικυριαρχία της Δύσης, περιέλαβε στη στρατηγική, με πρωτοβουλία της Βουλγαρίας (Δημητρώφ), την ίδρυση κράτους «Μακεδονίας» με απόσχιση της περιοχής από την Ελλάδα, ώστε να αποκτήσει τον έλεγχο του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Με την απόσχιση της Γιουγκοσλαβίας από τη Σοβιετική Ένωση, η γεωπολιτική του «μακεδονικού» περιήλθε στη μεγαλοϊδεατική στρατηγική του Τίτο, οποίος ίδρυσε ως εφαλτήριο το ομόσπονδο κρατίδιο της «Μακεδονίας», με στόχο πάντοτε τον έλεγχο των Βαλκανίων και του Αιγαίου. Μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας, η γεωπολιτική στρατηγική ελέγχου των Βαλκανίων, του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου περιήλθε στις ΗΠΑ, αργότερα δε και στη Γερμανία, με υποβόσκουσα αντιπαλότητα των δύο. Η στρατηγική αυτή κατευθύνει σήμερα και την πολιτική αξιοποίηση του «Μακεδονικού Ζητήματος», η οποία παγίως έχει στόχο τη μείωση της εδαφικής κυριαρχίας και της εθνικής ταυτότητα της Ελλάδας.

Αν προσεγγίσομε την όλη ιστορία του «Μακεδονικού Ζητήματος», θα διαπιστώσομε τα εξής τρία θεμελιώδη στοιχεία που το συνιστούν: Το πρώτο είναι αυτό που ήδη προεπισημάναμε, ότι ανέκαθεν αποτελεί γεωπολιτική στρατηγική των πολιτικών δυνάμεων που είχαν και έχουν στόχο τον περιορισμό της εδαφικής και της εθνικής ταυτότητας του εθνικού κράτους της Ελλάδας για τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής. Το δεύτερο συνίσταται στην προσπάθεια να αλλοιωθούν τα ιστορικά, πολιτισμικά και επιστημονικώς βεβαιωμένα στοιχεία της ελληνικότητας της Μακεδονίας, ώστε να δημιουργηθεί defacto πολιτική πεποίθηση τόσο στη διεθνή κοινότητα όσο και στις πολιτικές κοινωνίες που σήμερα ανήκουν στον λαό των κρατών της εν λόγω ευρύτερης περιοχής, ότι η Μακεδονία δεν ανήκει στην ελληνική εθνική ιστορική και εδαφική ταυτότητα της Χώρας μας. Το τρίτο στοιχείο συνιστά η δημιουργία defacto διαδικασίας, αλλά με επίσημο ένδυμα πολιτικών πράξεων κρατών της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ και μελών του, με στόχο να καταλήξει, σε πρώτο στάδιο, στη «νομιμοποίηση» (“dejure”) παραχώρησης του ονόματος Μακεδονία σε σύνθετη ονομασία γειτονικού λαού, άσχετου ιστορικά και πολιτισμικά με τον λαό και την περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Οι βασικές επίσημες πολιτικές πράξεις του τρίτου αυτού στοιχείου είναι οι ακόλουθες: (α) Η αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο πράξη του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας Τίτο, με την οποία όρισε την περιοχή του Βαρδάρη (των Σκοπίων) ως ομόσπονδο κρατίδιο με το όνομα «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας», για την οποία δεν αντέδρασαν οι τότε ελληνικές κυβερνήσεις με παρέμβαση των ΗΠΑ, για να μη διαταραχθούν οι καλές σχέσεις της Δύσης με τον Τίτο, λόγω της διάστασής του με το καθεστώς Στάλιν. (β) Η διαδικασία μέσω του ΟΗΕ λύσης του ευρύτερου ζητήματος δημιουργίας ομαλού κλίματος μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων το 1993, την οποία διαδικασία προκάλεσε η νόμιμη αίτηση αναγνώρισης ως ανεξάρτητου κράτους της ευρύτερης περιοχής των Σκοπίων, μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και την αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο αξίωση της τότε ηγεσίας του κρατιδίου να ονομαστεί «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Την αναγνώριση του με το όνομα αυτό σταμάτησε, όπως είναι γνωστό, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. (γ) Τέλος, η πρόσφατη απολύτως παράνομη και abinitio ανυπόστατη «Συμφωνία των Πρεσπών», η οποία μεθοδεύτηκε, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, μέσα από τη Γενική Γραμματεία του. Η «Συμφωνία» αυτή έχει στόχο τους ίδιους γεωπολιτικούς λόγους –δυτικών Δυνάμεων αυτή τη φορά, οι οποίες αποβλέπουν σε νέες διαιρέσεις και διασπάσεις του βαλκανικού χώρου, για τη χειραγώγηση της ευρύτερης περιοχής. Η μεθόδευση επιβολής της «Συμφωνίας των Πρεσπών», που έγινε, όπως είπαμε μέσα από τη Γενική Γραμματεία των ΗΕ, όπως ακριβώς και το «Σχέδιο Ανάν» για την Κύπρο, αποβλέπει στην δημιουργία defacto κατάστασης, εξωτερικά «νομιμοποιημένης», αλλά κατά το διεθνές δίκαιο και κατά τα Συντάγματα των «συμβαλλόμενων» κρατών, ανυπόστατης.

Τα αποτελέσματα της μακροχρόνιας αυτής παράνομης πολιτικής δράσης ήταν: (α) Η σταδιακή πτώση της αρχικής αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, η οποία είχε κορυφωθεί με τον «Μακεδονικό Αγώνα» πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους, που καθόρισαν και τα όρια της σημερινής Ελλάδας. (β) Η ιστορικά αδικαιολόγητη ιδεολογικοποίησή του κατά την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού με την κομμουνιστική ιδεολογία και με την επιβολή του από τις ισχυρές πολιτικές δυνάμεις των σλαβικών λαών του ακόμη και στις αριστερές πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας. (γ) Η ενίσχυση της παράνομης γεωπολιτικής των μεγάλων δυνάμεων με τη σταδιακή θόλωση της ιστορικής αλήθειας για το ζήτημα και η συνακόλουθη σταδιακή διαστροφή της ιστορικής πολιτικής γνώσης σε πολιτική πεποίθηση, ότι το ζήτημα δεν είναι γεωπολιτικό, αλλά πολιτικό δικαίωμα του λαού που κατοικεί στην περιοχή. (δ) Η δημιουργία σήμερα της defacto διεθνούς, δυστυχώς και της ελληνικής, πρακτικής της παράνομης χρήσης του ονόματος «Βόρεια Μακεδονία», που εφεύρε η ανυπόστατη «Συμφωνία των Πρεσπών».

4. Η εικόνα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος στην ελληνική κρίση

Η εικόνα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος μέσα από τα παραπάνω παραδείγματα της ελληνικής κρίσης είναι μια εικόνα κοινωνικής συνθηκολόγησης με τις δυνάμεις της υποδούλωσης, μια εικόνα συμβιβασμού φτηνής και αναξιοπρεπούς επιβίωσης. Είναι μια γνήσια εικόνα «ομαλοποίησης της ανωμαλίας», που δημιουργεί η πολιτική της σημερινής κρίσης. Η κοινωνικοπολιτική αυτή εικόνα είναι η ίδια σε όλα τα μήκη και πλάτη που έχει επεκταθεί η σημερινή κρίση, με διαφορά μόνο στο βαθμό ευκρίνειας.

Ας δούμε τώρα αυτή την εικόνα που παρουσιάζουν τα ακόλουθα κύρια επίπεδα του όλου κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος: το επίπεδο της πολιτικής κοινωνίας, το πολιτικό εκλογικό σώμα (τον λαό ως πολιτειακό όργανο), το πολιτικό αντιπροσωπευτικό σώμα του λαού ως ανώτατο πολιτειακό ρυθμιστικό όργανο, οι λειτουργοί της πολιτικής διακυβέρνησης του κράτους, οι πολιτειακοί λειτουργοί της διοίκησης και της δικαστικής εξουσίας, ως οργανικά πολιτειακά συγκροτήματα εφαρμογής των πολιτειακών ρυθμίσεων (του πολιτειακού δικαίου και των πολιτικών κατευθύνσεων διακυβέρνησης) και, τέλος, το σύστημα εξουσίας και των υπερεθνικών δεσμεύσεων.

α. Το επίπεδο της πολιτικής κοινωνίας:

Η πολιτική κοινωνία εξετάζεται με την ευρεία έννοια της κοινωνικής βάσης ενός σχετικά αυτοτελούς κοινωνικοπολιτικού συστήματος (εθνικού κράτους, ευρωπαϊκής πολιτικής κοινωνίας κ.ο.κ. Στο επίπεδο αυτό, η πολιτική κοινωνία περιλαμβάνει όλα τα μέλη ενός «λαού» με την ευρεία έννοια, ο οποίος διαμορφώνει την κοινωνική του πολιτική θέληση με βάση τα μέσα κοινωνικής επικοινωνίας των μελών του, χωρίς να λειτουργεί ως θεσμικό όργανο του πολιτειακού συστήματος. Γι’ αυτό σήμερα βρίσκεται κυρίως κάτω από την επιρροή των σύγχρονων ΜΜΕ.

Η αστική πολιτική κοινωνία είναι, αποτελεί το ζωντανό σώμα και αίμα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, το οποίο η αστική ιδεολογία θέλησε να διαχωρίσει από το πολιτικό σύστημα. Ο διαχωρισμός αυτός από το ένα μέρος απομάκρυνε από το σύστημα της πολιτικής εξουσίας τον κοινωνικό έλεγχο και από το άλλο τον πολιτικό έλεγχο της πολιτικής κοινωνίας, την οποία ονόμασε «ιδιωτική κοινωνία», αφήνοντας τα ατομικά συμφέροντα να ομαδοποιούνται και να αναπτύσσουν την εξουσία τους άναρχα. Έτσι, η κοινωνία με την άναρχη δύναμη των συγκεντρωμένων ατομικών συμφερόντων ελέγχει και καθορίζει το πολιτικό σύστημα εξουσίας και το πολιτικό σύστημα διασφαλίζει την εξουσία της «ιδιωτικής» (διάβαζε: ατομικιστικής) «κοινωνίας». Αυτή η αστική πολιτική κοινωνία εξετάζεται εδώ στα ακόλουθα τέσσερα ειδικότερα επίπεδα κοινωνικοπολιτικής συγκρότησης: της ευρύτερης κοινωνικής βάσης, που λειτουργεί χωρίς τις δεσμεύσεις των κοινωνικών και πολιτικών ομάδων που τη συγκροτούν, στο επίπεδο της πολιτικής ενημέρωσης, στο επίπεδο της διανόησης και στο επίπεδο άσκησης των επαγγελμάτων.

i. Η ευρύτερη κοινωνική βάση.

Το ευρύτερο σώμα της πολιτικής κοινωνίας έχει μια σχετική αυτοτέλεια και διαμορφώνει μια πολιτική και πολιτισμική θέληση, η οποία έχει μια επίσης σχετική ανεξαρτησία από τα στενότερα συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών ομάδων, στις οποίες ανήκουν τα μέλη της. Η θέληση αυτή έχει την κοινωνική καθολικότητα και εκφράζει τη συνοχή και την ενιαία ιστορική ταυτότητα της συγκεκριμένης κοινωνίας. Η καθολική στάση της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας κατά τη σημερινή κρίση παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:

(α) Πλήρη απάθεια, ιδίως των νέων, οι οποίοι, κατά την συντριπτική πλειοψηφία τους, δεν φαίνεται να έχουν τις ειδικές ευαισθησίες του παρελθόντος, όπως για την προσβολή δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας, της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας, της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας κ.λπ. Η απάθεια σ’ αυτά τα προβλήματα είναι εντονότερη στη σπουδάζουσα και στην σπουδασμένη νεολαία, η οποία παρουσιάζει όλα τα συμπτώματα της υπερτροφίας της καταναλωτικής κοινωνίας και της βουλιμίας αξιοποίησης των γνώσεών της για την ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών.

(β) Η αντιμετώπιση των προβλημάτων της κρίσης από τους νέους επιστήμονες είναι κυρίως η φυγή στο εξωτερικό, με ταυτόχρονο σπάσιμο των δεσμών με τις κοινωνικές, τις πολιτισμικές και της ιστορικές ρίζες τους. Αυτό είναι ριζικά διαφορετικό από την παλαιά παροικιακή μετανάστευση που δημιουργούσε νέες κοινωνίες με όμοιες ή παρόμοιες κοινωνίες (νέες «πατρίδες»), καθώς και με την οικονομική μετανάστευση, που αναζητούσε οικονομικά μέσα επιβίωσης με διατήρηση των δεσμών με τις κοινωνικές ρίζες. Διαφορετική ήταν και η αναζήτηση και η απόκτηση της επιστημονικής γνώσης σε προηγμένες χώρες του εξωτερικού και η μεταφορά της στην κοινωνία της καταγωγής. Πρόκειται για μια φυγή κοινωνικής ζωής για αφομοίωση και υποταγή σε άλλη κοινωνία, μόνο για επαγγελματική αξιοποίηση της γνώσης και οικονομική κάλυψη των καταναλωτικών αγαθών. Ασφαλώς, οι φυγάδες αυτοί της κρίσης δεν αντιλαμβάνονται ή και αν το αντιλαμβάνονται αδιαφορούν, ότι παίρνουν μαζί τους και τη βασική πηγή πλούτου και πολιτισμού που έχει το ζωντανό κεφάλαιο και την προσφέρουν στη νέα κοινωνία που προσφεύγουν. Παλαιά, η κατάκτηση των λαών γινόταν με όπλα πολέμου στο έδαφός τους, σήμερα ο εξαναγκασμός για φυγή του ζωντανού κεφαλαίου αποτελεί όπλο των δυνάμεων της παγκόσμιας κρίσης.

(γ) Μια δεύτερη μορφή αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων της σημερινής νεολαίας είναι η κίνηση ενός μέρους της προς τους χώρους της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας της κρίσης. Πρόκειται και εδώ για μια εσωτερική «φυγή» από το επίπεδο της πραγματικής κοινωνίας προς το επίπεδο της εξουσίασής της. Αυτό είναι μια μορφή συμφιλίωσης εξουσιαζόμενου και εξουσιαστή, μια μορφή σύγχρονου συμβιβασμού του «δούλου» με τον «κύριο» («ραγιαδισμού»), που θα δούμε και σε άλλη θέση.

(δ) Τα παραπάνω γενικά φαινόμενα συνδέονται αναπόσπαστα με την πλήρη επικράτηση της ιδεολογίας του ατομικισμού, η οποία πια είναι κατάφωρη σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας. Οι έννοιες της κοινωνικότητας της ανθρώπινης δράσης και της συλλογικότητας της συνείδησης έχουν καταλήξει, έχουν εκμηδενιστεί γενικά και αποτελούν πια στην κοινωνική ζωή σπανιότατο φαινόμενο. Η έννοια «κοινωνικό συμφέρον» και η αντίστοιχη και ταυτόσημη έννοια του νομικού όρου «δημόσιο συμφέρον» έχουν χάσει πλήρως την πραγματική τους σημασία και όταν αναφέρονται νοούνται με ατομικιστικό νόημα: ως «αγαθά» που πηγάζουν από το ατομικό συμφέρον.

ii. Η πολιτική ενημέρωση

Η πολιτική ενημέρωση της κρίσης παρουσιάζει με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά της πλήρους υποδούλωσης του Τύπου στην εξουσία του συστήματος εξουσίας και του βασικού οργάνου της πολιτικής της κρίσης.

(α) Για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας έχομε το φαινόμενο της ολοκληρωτικής ταύτισης όλων των γνωστών ραδιοτηλεοπτικών και εντύπων ΜΜΕ με την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, με πλήρη σιωπή και αποφυγή αντιπολιτευτικού λόγου ως προς όλα τα παραπάνω αναφερθέντα θεμελιώδη ζητήματα παράνομης δουλείας της Χώρας μας και των Ελλήνων και γενικά με πλήρη αποφυγή κριτικής θεώρησης, της πολιτικής φύσης, της πολιτικής προέλευσης και των αιτών της σημερινής κρίσης.

(β) Αρχικά, ορισμένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, καθώς μικροί και περιορισμένης εμβέλειας τηλεοπτικοί σταθμοί και περιορισμένης κυκλοφορίας έντυπα αποτολμούσαν ενημερώσεις και στα θέματα υποδούλωσης της Χώρας και παραβίασης θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων. Σήμερα έχουν εκλείψει και αυτά τα μέσα, μετά από πλήρη υποταγή τους στο καθεστώς δουλείας.

(γ) Το χειρότερο παράδειγμα του εν λόγω σκοταδισμού είναι ο πλήρης αποκλεισμός ραδιοφωνικής, τηλεοπτικής και έντυπης ενημέρωσης για τη συνταγματική και διεθνή νομιμότητα πράξεων και διεθνών συμφωνιών της εκάστοτε Κυβέρνησης και των εκπροσώπων της. Επιστήμονες ή δημοσιογράφοι που θέτουν τέτοιο ζήτημα αποκλείονται πλήρως από τα ΜΜΕ, εάν δε επιμένουν, αποκλείονται οριστικά από αυτά. Όσοι δε επιχειρήσουν να το πράξουν χωρίς ειδοποίηση του συγκεκριμένου ΜΜΕ, κόβονται κατά τη μετάδοση («στον αέρα») ή δεν δημοσιεύεται το κείμενό τους στην εφημερίδα ή στο περιοδικό που ανέλαβε τη δημοσίευσή του.

iii. Η διανόηση

Το επίπεδο της διανόησης περιλαμβάνει τόσο τους πνευματικούς οργανισμούς επιστημονικής έρευνας, διδασκαλίας και τέχνης (Ακαδημία, ανώτατα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα), όσο και ανεξάρτητες προσωπικότητες των εν λόγω τομέων της διανόησης (ακαδημαϊκούς και πανεπιστημιακούς δασκάλους, ερευνητές, καλλιτέχνες κ.λπ.). Η συμφιλίωση της κοινωνικής αυτής κατηγορίας με το καθεστώς δουλείας αποτελεί την πιο θλιβερή και απογοητευτική μορφή εκούσιας υποδούλωσης του ανθρώπου, γιατί η διανόηση αποτελεί στη συνείδηση της κοινωνίας όλων των εποχών τον οδηγό της πνευματικής ελευθερίας, της γνώσης και της προόδου, καθώς και την ηγεσία της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας. Βεβαίως, πάντοτε η κατηγορία αυτή διακρινόταν για τη στενή της ιδεολογική σχέση μέχρι και την ταύτιση με το κρατούν κοινωνικοπολιτικό σύστημα και τη συμβιβαστικότητά της με κάθε καθεστώς εξουσίας‧διατηρούσε, όμως, και ισχυρά στοιχεία αυτοσυνειδησίας ως προς την κοινωνική της υπεροχής και τη διατήρηση της ταυτότητάς της. Αυτό γινόταν, όταν συμβιβαζόταν με καθεστώτα εξουσίας που είχαν κοινωνική βάση κατώτερου πολιτισμικού επιπέδου από το δικό της. Κλασικό παράδειγμα αυτής της εξαίρεσης ήταν η τεσσάρων αιώνων Τουρκοκρατία, κατά την οποία η ανώτερη κοινωνική τάξη της ελληνικής διανόησης, αν και συμβιβάστηκε και συνεργάστηκε με το καθεστώς εξουσίας, διατήρησε ισχυρό το εθνικό στοιχείο της ελληνικής της ταυτότητας, που αποτέλεσε καθοριστικής σημασίας κοινωνικοπολιτική δύναμη για την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Ωστόσο, στη σημερινή κρίση, το φαινόμενο της συμφιλίωσης της διανόησης και γενικά της «πνευματικής ηγεσίας» είναι βαθύτατα απογοητευτικό και εξευτελιστικό της αξίας του ανθρώπου. Και τούτο, γιατί η κοινωνική αυτή κατηγορία έχει χάσει πλήρως τη συνείδηση της ηγετικής αποστολής της στην ιστορική πορεία της πολιτικής κοινωνίας προς μια καλύτερη ποιοτικά κοινωνική συμβίωση. Έτσι, η συμφιλίωσή της με το καθεστώς εξουσίας δεν παρουσιάζει κανένα από τα ηγετικά κοινωνικά στοιχεία των παλαιότερων εποχών. Αντίθετα, από ευτελή ατομιστικά κίνητρα απόκτησης θέσεων, οικονομικών απολαβών, κοινωνικών διακρίσεων, αλλά και απλής άνεσης και χωρίς ενοχλήσεις και προσπάθειες ζωικής διαβίωσης. Αυτός ο χαμηλού επιπέδου ατομισμός, που αποτελεί τη ζωώδη μορφή της ατομικιστικής ιδεολογίας, έχει γίνει ευρύτατα αντιληπτός από τα κοινωνικά στρώματα που δεν ανήκουν στη διανόηση, με συνέπεια την πλήρη απαξίωσή της ως πνευματικής ηγεσίας της κοινωνίας.

Αν προσεγγίσει κανείς τους πραγματικούς σημερινούς εκπροσώπους της ανώτερου επιπέδου διανόησης, θα βρει την εξήγηση: Η κρίση, ως τελική κρίση του κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος, έχει ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Μαζί με την οικονομική και πολιτική υποδούλωση των λαών, κατέλυσε ή μετάλλαξε όλες τις αξίες της πολιτισμικής ταυτότητας του όλου κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Η πνευματική αναζήτηση του ανθρώπου εγκατέλειψε την πορεία προς την ευρύτερη γνώση και παιδεία, προς τη θέαση του ωραίου και της αρμονίας του κόσμου, καθώς και προς τον στόχο της σύμμετρης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του ανθρώπου και της δημιουργίας ανώτερης ποιότητας ζωής. Με την ασύμμετρη ανάπτυξη του ατομικισμού, της οικονομικής ζωής και της συνακόλουθης υπερκατανάλωσης αγαθών ζωικής μέχρι ζωώδους διαβίωσης, όλες οι αξίες και όλα τα αγαθά μεταλλάχθηκαν σε αντικείμενα ικανοποίησης του απύθμενου πίθου των αναγκών της οικονομίας. Η λογική ικανοποίησης των αναγκών αυτών κατακερμάτισε τις μοναδικότητες του Λόγου και του Ωραίου σε αντικείμενα εμπορίου. Αυτή όλη η καταστροφή του πολιτισμού αποτέλεσε καταστροφή και σήψη του κόσμου όπου ζει και αναπτύσσεται η ίδια η διανόηση. Και όμως την εποχή της κρίσης δέχεται να συμβιώνει με τη σήψη του πολιτισμού τη σήψη και με τη συμβίωση αυτή να συμμετέχει έμμεσα στη συντήρησή της.

iv. Οι επαγγελματίες

Η κοινωνία των επαγγελματιών ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Στην ιστορία των ιδεών και των αξιών του ελληνικού πολιτισμού ο όρος επάγγελμα (όπως μα αποκαλύπτει και η ετυμολογία της λέξης) περιείχε αρχικά έντονο το στοιχείο της κοινωνικής λειτουργίας. Στο αστικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα, ο ατομικισμός και ιδιαίτερα ο οικονομικός ατομικισμός συρρίκνωσε την έννοια σε εργασία απόκτησης των μέσων διαβίωσης του ατόμου, αποκόβοντας σιγά-σιγά το επάγγελμα από το κοινωνικό συμφέρον. Η μετάλλαξη αυτή του κοινωνικού προσανατολισμού του επαγγέλματος ακολουθήθηκε αναγκαστικά από τον κατακερματισμό της γνώσης σε ειδικότητες, οι οποίες οδηγούσαν σε καλύτερη ικανοποίηση των αξιώσεων, όχι πια του κοινωνικού ανθρώπου, αλλά του πελάτη-ατόμου από όσο θα προσέφερε μια ευρύτερη και βαθύτερη θέαση και γνώση του αντικειμένου. Αυτό οδήγησε το επάγγελμα σε πλήρη εξάρτηση από τον οικονομικό ατομικισμό και το ατομικιστικό ρυθμιστικό σύστημα του ισχύοντος κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η ελευθερία της έρευνας, της επιστήμης και της διδασκαλίας και η λειτουργία των επαγγελμάτων μπήκαν μαζί στο στενό κανάλι αυτού του ρυθμιστικού συστήματος. Αυτό κατέστη και παιδεία και φύση πολιτισμού. Το φαινόμενο αυτό σε μια κατάσταση ομαλού κοινωνικοπολιτικού συστήματος θα ήταν κοινωνικά φυσιολογικό και αναπόφευκτο‧ θα μπορούσε δε να αντιμετωπιστεί διορθωτικά με μια πολιτική ουσιαστικού διαχωρισμού της επαγγελματικής από τη βαθύτερη και ανώτερη εκπαίδευση. Στη σημερινή κρίση είναι, στην ουσία του, θανατηφόρο σύμπτωμα, όπως και η ίδια η κρίση. Έχει, όμως, και τις τραγικές επιπτώσεις για τον σημερινό επαγγελματία άνθρωπο, οι οποίες έγιναν κατάφωρα εμφανείς στη Χώρα μας και στην Ευρώπη. Πρώτον, ο επαγγελματίας εργαζόμενος, με σχέση είτε εξαρτημένης, είτε «ελεύθερης» εργασίας, οδηγείται σταθερά σε πλήρη απώλεια των κοινωνικών του δικαιωμάτων αξιοπρεπούς διαβίωσης και σε κατάσταση ανδραπόδουּ·δεύτερον, το επάγγελμα και οι επαγγελματίες εντάχθηκαν με πλήρη υποδούλωση στο ρυθμιστικό σύστημα του καθεστώτος εξουσίας της κρίσηςּ· τρίτον, το επάγγελμα έχασε κάθε στοιχείο κοινωνικού λειτουργήματος·τέταρτον, οι επαγγελματίες έχασαν τη συνείδηση του μέλους της κοινωνικής συμβίωσης και του πολίτη, με πλήρη χαλάρωση ή και απώλεια των δυνάμεων διαλόγου και αντίστασης.

β. Το επίπεδο του λαού ως εκλογικού σώματος.

Ο λαός δεν αποτελεί μόνο την πολιτική κοινωνία ως ιστορική πηγή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, αλλά και το ανώτατο όργανο του πολιτεύματος της αστικής δημοκρατίας, μέσω του οποίου ανατίθεται η αντιπροσωπία της που διαπλάσσει τη βραχυπρόθεσμη βούλησής της για τη διαχείριση της καθημερινότητά της. Σ’ αυτό το επίπεδο ο λαός λειτουργεί μέσα στο πολύπλοκο κοινωνικοπολιτικό πλέγμα της αντιπροσώπευσης, όπου κινούνται οι πολιτικές δυνάμεις των προσωπικών και κοινωνικών συμφερόντων των πολιτών. Υπόκειται δε στην επιρροή της πολιτικής ενημέρωσης που διαπλάσσεται κυρίως από τις πολιτικές δυνάμεις που συμμετέχουν θεσμικά στο πολιτικό σύστημα, και από την πολιτική βούληση που διαπλάσσουν οι επιμέρους κοινωνικές ομάδες του με κριτήρια τα προσωπικά και κοινωνικά συμφέροντα. Στο σημείο αυτό αρχίζει η ενεργοποίηση της πολιτικής ιδιότητας και αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου-μέλους της πολιτικής κοινωνίας. Η ενεργοποίηση αυτή είναι λιγότερο ριζοσπαστική και προ-οδευτική και περισσότερο συντηρητική‧ κινείται προς τη διάπλαση και στήριξη του συστήματος ρυθμιστικής εξουσίας στην ιστορική βάση των ιδεολογικοπολιτικών αρχών και αξιών που επικρατούν. Στην κανονική λειτουργία του πολιτεύματος, η θέληση και η κίνηση του λαού συλλογικοποιείται μέσα στα κανάλια διαμεσολάβησης μεταξύ πολιτικής κοινωνίας και πολιτείας που διανοίγουν τα πολιτικά κόμματα και γενικά η ιδεολογικοπολιτική ομαδοποίηση της πολιτικής κοινωνίας. Κατά την εποχή της βαθιάς πολιτικής κρίσης, αυτός ο δεσμός πολιτικής εμπιστοσύνης και διαμεσολάβησης μεταξύ λαού και πολιτείας παρουσιάζει σοβαρά ρήγματα που διαταράσσουν ριζικά τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Εδώ, η ενεργοποίηση του λαού κινείται αρνητικά: οι δυνάμεις που μπαίνουν σε λειτουργία δεν είναι εκείνες της υγιούς πολιτικής ιδιότητας του ανθρώπου για τη κοινωνική συμβίωση, αλλά οι δυνάμεις του ανθρώπου-ζώου για την επιβίωση. Έτσι, οι δυνάμεις που κινούν και διαπλάσσουν την πολιτική θέληση του λαού σε περίοδο κρίσης μετουσιώνονται σε δυνάμεις προσχώρησης και υποταγής στο σύστημα εξουσίας της κρίσης. Με αυτή τη βάση, έχομε σήμερα τα εξής φαινόμενα στη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας:

(α) Σταδιακή μείωση του πολιτικού κομματικού ενδιαφέροντος και της ιδεολογικής και πολιτικής εμπιστοσύνης των πολιτών, με συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση της αποχής από τις εκλογές του αντιπροσωπευτικού σώματος. Η προσχώρηση στην αποχή, έχει ως συνέπεια τη μείωση της δύναμης των κομμάτων εξουσίας με το ευρύτερο φαινόμενο της έλλειψης αυτοδύναμων κομματικών κυβερνήσεων, την ανάγκη ευρύτερων συνασπισμών αντίπαλων κομμάτων για διακυβέρνηση και της δημιουργίας κόμματος «μπαλαντέρ», μέσω του οποίου μπορεί να δημιουργείται τεχνικά η διακυβέρνηση συνασπισμού ως «αντιπροσωπευτική» του λαού. Αυτό συμπαρασύρει του εκλογείς σε προσχώρηση στα δύο κόμματα εξουσίας και στο κόμμα «μπαλαντέρ», με αποτέλεσμα να καταλύεται πλήρως η ιδεολογικοπολιτική διαλεκτική της δημοκρατίας και να δημιουργείται πολιτική αντιπροσωπευτική ταυτότητα ευθυγραμμισμένη πλήρως με τη θέληση του συστήματος εξουσίας.

(β) Συνακόλουθη είναι η σταδιακή μείωση των οπαδών των μικρών κομμάτων με προσχώρηση στο αυξανόμενο ποσοστό της αποχής και στα κόμματα εξουσίας. Αρχικά παρουσιάζεται σημαντική μετακίνηση πολιτών μη φασιστικής ή άλλης αυταρχικής κατεύθυνσης προς το ακροδεξιό κόμμα ως κίνηση πολιτικής διαμαρτυρίας. Όσον αφορά το εκλογικό σώμα του ΚΚΕ, αρχικά διατηρήθηκε με κάποιες διακυμάνσεις στα πριν από την κρίση εκλογικά επίπεδα, ενώ πρόσφατα άρχισε καθοδική πορεία οπαδών. Αυτό οφείλεται στη γενική πια πεποίθηση ότι το εν λόγω κόμμα στηρίζει, στην πραγματικότητα, τη δράση του καθεστώτος –ότι είναι, δηλαδή, συστημικό κόμμα και ασκεί συστημική αντιπολίτευση. Αυτή η πεποίθηση στηρίζεται λογικά στο γεγονός ότι η αριστερή αντιπολίτευση προβάλλει μεν τις αντικοινωνικές συνέπειες της ασκούμενης πολιτικής, δε στρέφεται, όμως, κατά του παράνομου καθεστώτος, αλλά διακηρύττει την ιδεολογική αντίθεση του αστικού καπιταλισμού με τον ανύπαρκτο πια «υπαρκτό σοσιαλισμό». Λόγω και της συνεχώς φθίνουσας παλαιάς αυτής ιδεολογίας, η οποία δεν έχει πια πραγματική πολιτική παρουσία σήμερα, δεν αποτελεί γνήσια αντιπολίτευση ούτε παρουσιάζει εκσυγχρονισμό αντιπαλότητας προς τα σημερινά προβλήματα και τις σημερινές μεθόδους του καπιταλισμού. Έτσι, αντί να βλάπτει το παράνομο καθεστώς, το ωφελεί. Η πολιτική ωφέλεια που του παρέχει συνίσταται στο ότι, ασκώντας πολεμική με τα ιστορικώς παρωχημένα άσφαιρα πυρά, του προσφέρει το επιχείρημα της δήθεν δημοκρατικότητάς του, να ανέχεται και την κριτική αμφισβήτησής του.

(γ) Η διαμόρφωση πολιτικής κομματικής ομαδοποίησης των πολιτών μεταξύ των τριών συστημικών κομμάτων που αναφέραμε δε γίνεται πια με ευρύτερα ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια για το κοινό συμφέρον, αλλά με κριτήρια τα προσωπικά συμφέροντα (πολιτική παροχών, φορολογικών ελαφρύνσεων, επαγγελματικών ευνοϊκών ρυθμίσεων, ρουσφετιών και ατομικών συμφερόντων). Κριτήρια εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής αντιμετώπισης εθνικής σημασίας θεμάτων και ανάπτυξης της οικονομικής και διεθνούς θέσης της Χώρας τείνουν να εκλείψουν.

(δ) Η ευρεία αποχή από τη διαδικασία ανάδειξης του αντιπροσωπευτικού σώματος και της κυβέρνησης, καθώς και η σύγκλιση του μέρους του λαού που συμμετέχει στην εκλογική διαδικασία προς τα κόμματα εξουσίας, που είναι προσανατολισμένα στην εφαρμογή των προγραμμάτων των δυνάμεων της κρίσης φανερώνουν το φαινόμενο της προσχώρησης και υποταγής του ενεργού λαού στο σύστημα της αντίστοιχης εξουσίας.

γ. Το επίπεδο του αντιπροσωπευτικού σώματος

Στο επίπεδο αυτό συνεχίζεται, σε οργανικό πια επίπεδο με πλήρως οργανωμένη λειτουργία, η ουσιαστική ενοποίηση της πολιτικής αποδοχής και προσχώρησης στο καθεστώς της κρίσης. Η ενοποίηση αυτή παρουσιάζεται με τα ακόλουθα μορφολογικά και λειτουργικά φαινόμενα:

(α) Πλήρης ταύτιση της πολιτικής όλων των κομμάτων που αντιπροσωπεύονται στη Βουλή ως προς την πολιτική απέναντι στο καθεστώς και ως προς την εξωτερική πολιτική. Αυτή η ταύτιση εκδηλώνεται κυρίως με την πλήρη σιωπή όλων των πλευρών του αντιπροσωπευτικού σώματος για τη διάπλαση μιας εθνικής αποτελεσματικής και, μέσα στο πλαίσιο της διεθνούς νομιμότητας, πολιτικής για την απαλλαγή από τις δεσμεύσεις των δανειακών συμβάσεων‧ δε γίνεται κανένας διάλογος μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης και δε διατυπώνεται κανένας αντιπολιτευτικός λόγος ως προς τη συνέχιση της εφαρμογής των δανειακών συμφωνιών και δεσμεύσεων, ούτε ως προς τη νομιμότητά τους.

(β) Σταδιακή εξαφάνιση από το αντιπροσωπευτικό σώμα των μικρών κομμάτων και δημιουργίας δικομματισμού με προσπάθεια δημιουργίας τρίτου κόμματος «μπαλαντέρ», ταυτισμένων και των τριών ως προς τη συνέχιση της ίδιας εθνικής και οικονομικής πολιτικής της δουλείας, με εφαρμογή των προγραμμάτων και πολιτικών ολοκληρωτικής δέσμευσης της Χώρας.

(γ) Σχεδόν καθημερινή παραβίαση των κανόνων του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής κατά τη λειτουργία της. Η νομοθετική λειτουργία παρουσιάζει στη διαδικασία σύνταξης των νόμων, στο περιεχόμενό τους και στη μορφή τους πρωτοφανείς και τραγικές μορφές παράλυσης της ευθύνης νομιμότητας. Η άσκηση της αντιπολίτευσης είναι εξ ολοκλήρου, ουσιαστικά και νομικά, χαμηλού επιπέδου, είναι μικροπολιτική και μαρτυρεί χαμηλότατο επίπεδο γνώσεων, λόγου και πολιτικού ήθους. Ο σκοπός είναι πια καταφανής και προκλητικός: αποβλέπει κατάφωρα στην εναλλαγή και απόκτηση της κομματικής εξουσίας (της «καρέκλας», όπως την ονομάζει η λαϊκή θυμοσοφία). Ο λόγος της συμπολίτευσης είναι πια κατάφωρα αβάσιμος και αναληθής. Οι υποσχέσεις και των δύο πλευρών για σύντομη βελτίωση της κατάστασης, συνεχείς από το 2010 μέχρι σήμερα, υπερβαίνουν πάντοτε τις ανειλημμένες παράνομες δεσμεύσεις απέναντι στους δανειστές και η αδυναμία αυτή εκπλήρωσής τους είναι πια γνωστή σε όλα τα στρώματα της πολιτικής κοινωνίας.

δ. Το επίπεδο άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας

Το επίπεδο αυτό (χάραξης, απόφασης και εφαρμογής της πολιτικής του κράτους και των διεθνών σχέσεών του) περιλαμβάνει στη μορφή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, τα ακόλουθα όργανα: την Κυβέρνηση, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το Αντιπροσωπευτικό Σώμα, ως σώμα που ασκεί τη νομοθετική πολιτική της Κυβέρνησης και τον έλεγχο άσκησης της κυβερνητικής λειτουργίας από το κυρίως υπεύθυνο όργανό της, την Κυβέρνηση. Εδώ, τα βασικά φαινόμενα της ταυτόσημης ενοποίησης της άσκησης πολιτικής ως προς το καθεστώς της κρίσης είναι τα εξής:

(α) Πλήρης ταύτιση του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης με το Αντιπροσωπευτικό Σώμα ως προς τη στάση αποδοχής του καθεστώτος παράνομης δουλείας της Ελλάδας και τη σιωπή για τη συνταγματική και τη διεθνή νομιμότητά του καθώς και για τις πράξεις της πολιτικής τους διακυβέρνησης της Χώρας.

(β) Πλήρης ταύτιση του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης, στις περιπτώσεις σύμπραξης των δύο κορυφαίων οργάνων του πολιτεύματος και της κυβερνητικής λειτουργίας, ως προς τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα με το διεθνές δίκαιο των πράξεών τους. Όπως είναι γνωστό και όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως αρχηγός της Εκτελεστικής Εξουσίας και υπεύθυνος για την τήρηση του Συντάγματος, όταν εκδίδει νομοσχέδια ψηφισμένα από την Βουλή και προεδρικά διατάγματα υπογεγραμμένα από την Κυβέρνηση ή μέλη της, ευθύνεται μαζί με τα συνυπογράφοντα όργανα για τη συνταγματικότητα των πράξεων. Η ευθύνη αυτή παύει εάν ασκήσει τις αρμοδιότητες που του παρέχει το Σύνταγμα γι’ αυτό τον σκοπό αναπομπή του νομοσχεδίου στη Βουλή, άρνηση έκδοσης του αντισυνταγματικού διατάγματος και, σε σοβαρότατες περιπτώσεις παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, διάγγελμα προς τον Λαό και παραίτηση. Από το 2010 μέχρι σήμερα, παρά τις βαρύτατες παραβιάσεις του Συντάγματος και του διεθνούς δικαίου, δε σημειώθηκε καμιά τέτοια αντίδραση του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά συμφώνησε πάντοτε με την εκάστοτε κυβέρνηση.

(γ) Ο πολιτικός λόγος των οργάνων της Κυβέρνησης (Πρωθυπουργού, υπουργών και λοιπών πολιτικών εκπροσώπων της) αποσιωπά παγίως το θέμα της συνταγματικής και της διεθνούς νομιμότητας των δεσμεύσεων της Ελλάδας με τις δανειακές συμβάσεις και με τους βασικούς όρους τους, των διεθνών συμβάσεων όλων των κατηγοριών και ιδίων των συμβάσεων που αφορούν την ελληνική ταυτότητα και κυριαρχία (Κυπριακό, Αιγαίο, Μακεδονικό, όρια ΑΟΖ, προστατευμένη διεθνώς οικονομική και δημοσιονομική ανεξαρτησία, θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη κ.ά.).

(δ) Ο πολιτικός λόγος της Αντιπολίτευσης στον έλεγχο της Κυβέρνησης, για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας, τηρεί την ίδια σιωπή με εκείνη της Κυβέρνησης για όλα τα παραπάνω ζητήματα ύπαρξης και ελευθερίας της Χώρας και του λαού της και περιορίζεται στη συστημική αντιπολίτευση με κρυφό αλλά πραγματικό στόχο τη διατήρηση του καθεστώτος δουλείας και την απόκτηση θέσης στο αντιπροσωπευτικό σώμα ή/και στο επίπεδο κορυφής της εκτελεστικής εξουσίας. Οι ελάχιστες αντιπολιτευτικές φωνές που ακούγονται μέσα στη Βουλή για κάποια βασικά θέματα δεν εισακούγονται από κανέναν Έλληνα πολίτη, λόγω δυσπιστίας που έχει πια αποκτήσει απέναντι στους πολιτικούς.

(ε) Στο επίπεδο των διαπραγματεύσεων της εκάστοτε κυβέρνησης για τη σύναψη διεθνών συμβάσεων έχομε, από το 2010 μέχρι σήμερα το πρωτοφανές φαινόμενο στην πολιτική ιστορία της Ευρώπης, οι εκπρόσωποι της Ελλάδας στις εν λόγω διαπραγματεύσεις και κατά την υπογραφή τους, να μη θέτουν ζήτημα νομιμότητας στους εκπροσώπους των αντισυμβαλλόμενων δυνάμεων. Αποδέχονται, μάλιστα, δουλικά την αντίστοιχη μυστική αξίωση των τελευταίων να μην τίθεται τέτοιο ζήτημα, ακόμη και όταν παραβιάζεται η εθνική κυριαρχία και τα θεμελιώδη δικαιώματα των Ελλήνων.

ε. Το επίπεδο της δικαστικής και της διοικητικής λειτουργίας του κράτους

Στο επίπεδο αυτό βλέπομε σήμερα η πολιτική της κρίσης να έχει διαβρώσει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και να διαστρέψει πλήρως τη λειτουργία του υπέρ του συστήματος εξουσίας και κατά του λαού. Αναφέρομε εδώ τα εξής φαινόμενα:

(α) Οι λειτουργοί της Διοίκησης δεν αποτελούν, συνήθως, πρόβλημα για καθεστώτα δουλείας του λαού, γιατί ασκούν εξαρτημένης εργασίας λειτούργημα, που αποτελεί και τη βασική οικονομική πηγή αξιοπρεπούς επιβίωσης των ιδίων και της οικογένειάς τους και ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Έτσι, ιστορικά συνήθως πάντοτε ευθυγραμμίζονται με το καθεστώς επιβολής, ακόμη και παράνομης. Το πρόβλημα, όμως, αυτής της ευθυγράμμισης σε καθεστώς που αποβλέπει στην οριστική απογύμνωση του κράτους από δυνατότητες οικονομικής και πολιτισμικής επιβίωσης και ανάπτυξης, όπως το σημερινό, έχει εντελώς διαφορετικές διαστάσεις από όταν απαντά σε κανονική λειτουργία πολιτεύματος, οπού προκαλεί απλώς μικρότερης πολιτικής σημασίας δυσλειτουργίες. Εδώ παίρνει τις διαστάσεις της ολοκληρωτικής παράλυσης των διοικητικών υπηρεσιών, που αποτελούν τον καθημερινό τροφό της ζωής και της κοινωνικής ανάπτυξης του λαού (υπηρεσίες εξυπηρέτησης των πολιτών και λειτουργίας των σχέσεων πολιτείας και πολίτη, εκπαίδευσης και παιδείας, υγείας, προστασίας και ασφάλειας και γενικά της ομαλής κοινωνικής ζωής). Χωρίς τις διοικητικές υπηρεσίες του κράτους, κράτος δεν μπορεί να υπάρξει.

(β) Η λειτουργία της δικαστικής εξουσίας αποτελεί τη βάση της δικαιοσύνης στην κοινωνική συνείδηση όλων των εποχών της παγκόσμιας ιστορίας, γι’ αυτό δεν έλλειψε από κανένα καθεστώς νόμιμο ή άνομο σύστημα απονομής δικαιοσύνης και δικαστικής προστασίας. Το σύστημα αυτό ιστορικά είναι, κατά κύριο λόγο, υποταγμένο στο καθεστώς, συνειδησιακά και λόγω εξάρτησης. Γι’ αυτό η δικαστική εξουσία εφαρμόζει, κατά κανόνα, σε εποχές κρίσης το δίκαιο του αυταρχικού καθεστώτος. Στην Ελλάδα σήμερα έχομε την εμπειρία του εν λόγω κανόνα με εξαιρέσεις. Αρχικά, το Συμβούλιο Επικρατείας «νομιμοποίησε» (με τη διαβόητη, κατά το δίκαιο ανυπόστατη απόφ. Ολομέλειας 48/2012), σε έκταση, μάλιστα, και εκτός της δικαιοδοσίας του, συμπεριλαμβάνοντας και τις ίδιες τις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες δεν ήταν καν αντικείμενο της σχετικής αίτησης ακυρώσεως. Πολλές δικαστικές αποφάσεις ακολούθησαν την εν λόγω απόφαση. Αργότερα, άρχισε μερική αφύπνιση δικαστηρίων, τα οποία ακύρωσαν ως αντισυνταγματικά μέτρα που ελήφθησαν με βάση τις εν λόγω συμβάσεις, κυρίως περικοπές συντάξεων. Οι εξαιρέσεις αυτές απλά επιβεβαίωσαν τον κανόνα της υποδούλωσης της δικαιοσύνης στο εκάστοτε πολιτειακό καθεστώς.

(γ) το θλιβερό φαινόμενο αυτής της στάσης των λειτουργών της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, που φανερώνει το βάθος της κρίσης, είναι η επιβράβευση των επιόρκων υψηλού βαθμού λειτουργών από το καθεστώς με διάφορους τρόπους και μέσα.

5. Η πολιτική της κρίσης και η εμπειρία της αντίστασης

Ο πανάρχαιος τρόπος υποδούλωσης των λαών ήταν η βίαιη υποδούλωση είτε με κατάκτηση είτε με επιβολή αυταρχικού καθεστώτος. Η πολιτική της σημερινής κρίσης, διέπλασε το πολυδιάστατο σύστημα ολοκληρωτικής εξασθένησης και κατάλυσης της αυτοδυναμίας των οργανωμένων σε κυρίαρχα κράτη λαών. Το σύστημα αυτό είναι πολυδιάστατο, γιατί διαβρώνει όλα τα στοιχεία ιστορικής ταυτότητας των πολιτικών κοινωνιών: τον πολιτικό και τον κοινωνικό πολιτισμό, την οικονομική ισχύ, την πολιτειακή ισχύ (κυριαρχία) και γενικά τη συνείδηση του πολίτη. Τα μέσα διάβρωσης όλων αυτών των ουσιαστικών στοιχείων της πολιτειακής οργάνωσης των λαών που χρησιμοποιούν οι δυνάμεις της κρίσης είναι: η οικονομική εξάρτηση, η νόθευση της ιστορίας, η κακή ποιότητα των αγαθών, η αλλοίωση του πνευματικού πολιτισμού με εισαγωγή και εικονική επιβολή χαμηλού επιπέδου ή ξένων πολιτισμικών στοιχείων, τη αλλοίωση του πολιτικού πολιτισμού με συστηματική κατάλυση των αρχών του, η απαξίωση των αξιών και των στοιχείων κοινωνικής ταυτότητας με στρέβλωση των αντίστοιχων εννοιών τους (π.χ. τον πατριωτισμό με «εθνικισμό», τις αρχές ήθους και κοινής συνείδησης και ιστορίας με το χαρακτηρισμό του «ξεπερασμένων» και «γερασμένων ιδεών» κ.λπ.).

Το σύστημα εξουσίας της κρίσης έχει αναπτύξει τις δυνάμεις του σε υπερεθνικό επίπεδο με πλανητικές διαστάσεις, απέναντι στις οποίες δεν μπορεί να αντισταθούν ούτε τα ισχυρότερα κράτη. Η διάβρωση των πολιτισμικών και γενικά των ιστορικών ταυτοτήτων άρχισε από παλαιότερα, κυρίως, όμως, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την εξάπλωση των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ και του διεθνούς εμπορίου. Η πολιτική της οικονομικής υποδούλωσης μέσω του δανεισμού εξαπλώθηκε με την πολυεθνική ανάπτυξη της παραγωγής και της διακίνησης των οικονομικών αγαθών. Σήμερα δε, μέσω του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, η χρηματοπιστωτική υποδούλωση των λαών κατέστη το ισχυρότερο όπλο, με το οποίο η πολιτική της τελευταίας κρίσης επιτέθηκε και σε χώρες υψηλής αντοχής, όπως οι ΗΠΑ και οι χώρες της Ευρώπης.

Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης αναπτύχθηκε σήμερα και ο πλήρης οικονομικός και γεωπολιτικός έλεγχος του «εθνικού κράτους» και της πολιτικής αυτοδυναμίας που απαιτείται για να αναπτυχθεί με βάση τις αρχές της δημοκρατίας και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου. Τα παραπάνω παραδείγματα μας αποκαλύπτουν, τις μεθόδους της πολιτικής αυτής της κρίσης και ειδικότερα της πολιτικής της «ομαλοποίησης της ανωμαλίας», που περιγράψαμε. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής μεθόδου γίνονται φανερά τα χαρακτηριστικά αυτής της πορείας, κατά το στάδιο που διανύομε σήμερα: Στο στάδιο αυτό, αναπτύσσονται δυνάμεις απάνθρωπης αντικοινωνικής εξουσίας που οδηγούν στις μορφές ολοκληρωτικής υποδούλωσης του ανθρώπου. Οι δυνάμεις αυτές παρακάμπτουν καθολικά το σύστημα νομιμότητας, που τις εμποδίζει, και παράγουν τις defacto καταστάσεις δουλείας, που περιγράψαμε. Πρόκειται για μεθόδους επιβολής της καταστολής των υγειών δυνάμεων αντίστασης, οι οποίες μέθοδοι επιδιώκουν την παράταση της ασυνείδητης ζωής του ζώου. Αυτή ακριβώς είναι η εμπειρία της αντίστασης που αποκομίζομε σήμερα.

Η «αντίσταση» αυτή της κρίσης έχει δύο πρόσωπα: Το ένα πρόσωπο που λειτουργεί δυναμικά, αλλά αυτοκαταστροφικά, ενέχει την προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης της κατάπτωσης με κάθε άναρχο μέσο. Πρόκειται για μια «αρνητική αντίσταση». Η αντίσταση αυτή του παλαιού καθεστώτος δε γνωρίζει κρατικά σύνορα‧ είναι αντίσταση των παλαιών συμφερόντων και έχει σύνορα τα σύνορα του όλου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος που βρίσκεται στην κρίση γήρατος. Στην πρώτη ιστορική φάση της που ζούμε είναι ισχυρή και καταστέλλει κάθε δύναμη «θετικής αντίστασης», η οποία συνιστά το δεύτερο, υγιές πρόσωπο αντίστασης. Η «θετική αντίσταση» θα μπορούσε να ενισχύσει τις δυνάμεις παράτασης της ζωής των αρχών και αξιών του καθεστώτος, εναρμονίζοντας την πορεία μετάβασης προς το καλύτερο μέλλον με την ομαλή πορεία του ιστορικού γίγνεσθαι. Δεν μπόρεσε όμως, να αναπτυχθεί και να επιβιώσει. Τα διάφορα επίπεδα της πολιτικής κοινωνίας στην Ελλάδα (η εκτός του θεσμικού οργανικού συστήματος κοινωνία των πολιτών και όλα τα θεσμικά επίπεδα της πολιτείας) υπέκυψαν αμαχητί, όπως είδαμε αναλυτικά, στην επιβολή του συστήματος εξουσίας της πολιτικής της κρίσης και έφθασαν μέχρι και το επίπεδο της αποδοχής του και της συνεργασίας με αυτό. Ας θυμηθούμε τις μορφές και την κατάσταση της θνησιγενούς «θετικής αντίστασης», που ζήσαμε τον πρώτο καιρό της υποδούλωσής μας με τα «Μνημόνια»:      

Ενώ τα κοινωνικά επίπεδα που ήταν ενταγμένα στο θεσμικό πολιτικό και στο υψηλής ισχύος κοινωνικό σύστημα προσχώρησαν εξαρχής αμαχητί στο καθεστώς εξουσίας της κρίσης, η ευρύτερη κοινωνική βάση της πολιτείας έδειξε αρχικά σημαντικά στοιχεία αγανάκτησης (έντονες και μεγάλες συναθροίσεις διαμαρτυρίας) και αντίστασης (οργανώσεις γενικού μετώπου αντίστασης: «Σπίθα», ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α και πλήθος άλλων οργανώσεων, εκδηλώσεων και κινητοποιήσεων εναντίων διαφόρων κατηγοριών παράνομων επεμβάσεων του καθεστώτος). Οι εκδηλώσεις αυτές άρχισαν σταδιακή πτώση με χαλάρωση και εκφυλισμό. Διατηρήθηκε ισχυρή μόνο η εσωτερική άρνηση της υποδούλωσης, η οποία εκφράστηκε το 2015 με το δημοψήφισμα του «Όχι», το οποίο, παρά την ψυχολογική πίεση που ασκήθηκε στο λαό με τον πολιτικό λόγο του καθεστώτος και με τα ΜΜΕ και παρά την παραπλανητική διατύπωση του ερωτήματος, αποτέλεσε σαφές και ισχυρό μήνυμα του ελληνικού λαού υπέρ της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Το ίδιο μήνυμα εξέφρασε στη συνέχεια και εξακολουθεί να εκφράζει με κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και άλλες πολιτικές κινήσεις στο ζήτημα της προσβολής της εθνικής ταυτότητας της Ελλάδας στο «Μακεδονικό». Η αντίσταση, γενικά, του ελληνικού λαού εκφράστηκε με ενισχυμένη τη δύναμη και την ένταση στο πεδίο προστασίας της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας και της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Η δύναμη αυτής της αντίστασης εξακολουθεί να διατηρεί τη ζωτικότητά της, χωρίς όμως μέχρι σήμερα ουσιαστική πράξη, ενώ στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης των νέων παρουσιάζει προϊούσα εξασθένηση. Αντίθετα, η αντίσταση στο οικονομικό καθεστώς της κρίσης παρέλυσε και εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Το χαρακτηριστικό αυτό της αντίστασης των δύο επιπέδων και ταχυτήτων είναι πάγιο στην ελληνική ιστορία, καταφανές δε στην τεσσάρων αιώνων εθνική υποδούλωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Όλα τα χαρακτηριστικά του σημερινού καθεστώτος της κρίσης που περιγράψαμε δείχνουν τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του. Αυτός ο ολοκληρωτισμός δεν χαρακτήριζε τα παλαιά καθεστώτα πολεμικής ή αυταρχικής υποδούλωσης. Αντίθετα, η φυσική βία, που χρησιμοποιούσε, άφηνε άθικτο το στοιχείο της συνείδησης και της αυτοσυνειδησίας του ανθρώπου, το οποίο κρατούσε ζωντανά και τις δυνάμεις αντίστασης και το σπέρμα γονιμότητας για την ιστορική διαδοχή του παλαιού κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος. Γνωρίζομε από την ιστορία, ότι κοινωνικοπολιτικό καθεστώς που εισδύει και μεταβάλλει ολοκληρωτικά και ανιστορικά το προηγούμενο, καταλύοντας τις βάσεις του, επειδή ακριβώς καταστρέφει και την ιστορική γονιμότητα, καταρρέει το ίδιο.

Κύθηρα, 4.10.2019

                                                 Γιώργος Κασιμάτης

 

 

 

 



[1] Στο βιβλίο μου «Το απάνθρωπο καθεστώς δανεισμού της Ελλάδας, Αθήνα 2014, σελ. 142 επ.